Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • παρακεταμόλη πα-ρα-κε-τα-μό-λη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. δραστική ουσία (σύμβ. C8H9NO2) που περιέχεται σε αναλγητικά και αντιπυρετικά φάρμακα. Βλ. ασπιρίνη, ντεπόν, παναντόλ, -όλη. [< αγγλ. paracetamol, 1957, < para +(a)cet(yl) + am(ino + phen)ol, γαλλ. paracétamol, 1972]

ασπιρίνη

ασπιρίνη[ἀσπιρίνη] α-σπι-ρί-νη ουσ. (θηλ.) 1. ΦΑΡΜΑΚ. αναλγητικό, αντιπυρετικό, αντιρευματικό, αντιφλεγμονώδες, αντιθρομβωτικό φάρμακο (επιστ. ονομασ. ακετυλοσαλικυλικό οξύ, σύμβ. C9H8O4) ευρείας χρήσης· κυρ. το αντίστοιχο δισκίο: αναβράζουσα/παιδική ~.|| Πήρα (μια) ~. Βλ. ντεπόν, παναντόλ, -ίνη. 2. (μτφ.- συνήθ. στον πληθ.) (για λύσεις, μέτρα ή προτάσεις) που έχουν προσωρινό ή πρόχειρο χαρακτήρα: Βαθιά κρίση που δεν θεραπεύεται με ~ες. ● Υποκ.: ασπιρινούλα (η) [< γερμ. εμπορ. ονομασ. Αspirin, 1899]]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.