Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- παραμύθι πα-ρα-μύ-θι ουσ. (ουδ.) {παραμυθ-ιού | -ιών} 1. ΛΑΟΓΡ. -ΛΟΓΟΤ. φανταστική διήγηση που κινείται μέσα σε έναν κόσμο μαγικό και ονειρικό, αποσκοπώντας κυρ. στην ψυχαγωγία των παιδιών· συνεκδ. το αντίστοιχο είδος της προφορικής ή λαϊκής λογοτεχνίας ή το συγκεκριμένο βιβλίο: έντεχνο/λαϊκό/συγκινητικό/σύγχρονο/τρυφερό ~. Ανατολίτικα/(νεο)ελληνικά/ευρωπαϊκά/κλασικά/παιδικά/παραδοσιακά/χριστουγεννιάτικα ~ια. Οικολογικά/σύγχρονα ~ια. Δραματοποιημένα/θεατρικά ~ια. Αφήγηση/τηλεοπτική μεταφορά ενός ~ιού. Το ηθικό δίδαγμα/τα λόγια/το νόημα/η πλοκή του ~ιού. Βραδιά/διαγωνισμός ~ιού. Τα ~ια της γιαγιάς. ~ια για μικρούς και μεγάλους. ~ια με δράκους/μάγισσες και μάγους/νάνους και γίγαντες/ξωτικά. Θρύλοι και ~ια. Η δομή/οι ήρωες (βλ. Κοκκινοσκουφίτσα, Σταχτοπούτα, Χιονάτη) των ~ιών. Σειρά/συγγραφή/συλλογή ~ιών. Η μητέρα διηγήθηκε/είπε στο παιδί ένα ~.|| Εικονογραφημένα ~ια. Διαβάζω ένα ~. Τοπίο που μοιάζει σαν να βγήκε από τις σελίδες ενός ~ιού. Πβ. μυθολόγημα, μύθος. Βλ. ιστορία, μασάλι, έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, κόκκινη κλωστή δεμένη, μια φορά κι έναν καιρό ..., το κουκί και το ρεβίθι. 2. (μτφ.-προφ.) ψέμα: Το κατάπιε/έχαψε το ~. Μην πιστεύεις τα ~ια που σου αραδιάζει/σερβίρει. Μας έχει φλομώσει στα ~ια. Πβ. παραμύθα. 3. (μτφ.) ονειρεμένη κατάσταση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα: Ζει το δικό της ~. Πβ. ροζ σύννεφο. ● Υποκ.: παραμυθάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ο πρίγκιπας του παραμυθιού βλ. πρίγκιπας, πριγκίπισσα ● ΦΡ.: ... του παραμυθιού: για στοιχείο που αποτελεί μοτίβο των παραμυθιών: το βασιλόπουλο/η καλή νεράιδα ~ ~., καλό το παραμύθι σου, αλλά δεν έχει δράκο (αργκό): για να δηλωθεί ότι το ψέμα κάποιου δεν είναι πειστικό., παραμύθι για (μικρά) παιδιά (μτφ.-προφ.): για κάτι που δεν γίνεται πιστευτό: Αυτά είναι ~ια ~, δεν πιστεύω τίποτα., πουλάει παραμύθι(α)/φούμαρα (προφ.): λέει ψευτιές, ανοησίες: Μην πιστεύεις τον κάθε απατεώνα που (σου) ~ ~. Πβ. παραμυθιάζω., σκάω το παραμύθι (σε κάποιον) (αργκό): λέω σε κάποιον ένα ψέμα ή μια δικαιολογία ή του φανερώνω κάτι που του είχα κρατήσει κρυφό., τρώω/μασάω το παραμύθι (κάποιου) (προφ.): πιστεύω τα ψέματά του, εξαπατώμαι: Συγγνώμη, αλλά δεν το ~ ~ σου! Πβ. ξεγελιέμαι, παραμυθιάζομαι., παραμύθια της Χαλιμάς βλ. Χαλιμά, τέλος/τέρμα/τέλειωσαν τα ψέματα/τ' αστεία/τα παραμύθια! βλ. ψέμα [< μεσν. παραμύθι]
- παραμυθία πα-ρα-μυ-θί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. παρηγοριά. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. Π) προσωνυμία της Παναγίας σε εικόνες ή τοιχογραφίες και ο αντίστοιχος εικονογραφικός τύπος. [< 1: αρχ. παραμυθία]
- παραμυθιάζω πα-ρα-μυ-θιά-ζω ρ. (μτβ.) {παραμύθια-σε, παραμυθιά-σει, -στηκα, -στεί, παραμυθιάζ-οντας, παραμυθια-σμένος} (προφ.): λέω ψέματα σε κάποιον, τον εξαπατώ, χρησιμοποιώντας ωραία λόγια: ~ουν τον κόσμο με ψεύτικες υποσχέσεις. ● Παθ.: παραμυθιάζομαι: πιστεύω κάτι ψευδές, συνήθ. επειδή με κάνει να νιώθω καλύτερα: Δεν ~ τόσο εύκολα. ~εται (= νομίζει) ότι είναι κάτι!|| Μην ~εσαι, δεν πρόκειται να γυρίσει. Πβ. αυταπατώμαι, βαυκαλίζομαι.
- παραμύθιασμα πα-ρα-μύ-θια-σμα ουσ. (ουδ.) {παραμυθιάσματα} (προφ.): εξαπάτηση, ψέμα: Πες τα πράγματα με το όνομά τους και σταμάτα το ~.
- παραμυθικός , ή, ό πα-ρα-μυ-θι-κός επίθ. & παραμυθιακός : που σχετίζεται με το παραμύθι: ~ή: αφήγηση/ιστορία. ~ό: στοιχείο.
ιστορία
ιστορία[ἱστορία] ι-στο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. {σπάν. στον πληθ.} το σύνολο των γεγονότων, ιδ. αυτών που θεωρούνται αξιομνημόνευτα και συνθέτουν την εξελικτική πορεία λαού, πολιτισμού, ευρύτερης περιοχής· η γνώση και η διήγησή τους: γενική/παγκόσμια/τοπική ~. Προφορική ~ (: δίνει βάρος στην ανασυγκρότηση της μνήμης, δημόσιας και ιδιωτικής). Αρχαία/μεσαιωνική/νεότερη/σύγχρονη ~. Κοινωνική/οικονομική/πνευματική/πολιτική/πολιτιστική ~. Η ελληνική ~. Η ~ της ανθρωπότητας. Τα διδάγματα/τα πρόσωπα/ο ρους της ~ας. Η ~ διδάσκει. Η σωστή πλευρά της ~ας. Βλ. ιστοριογραφία, μικροϊστορία.|| (ΘΡΗΣΚ.) Η Ιερά ~.|| Στα κείμενά του περιπλέκεται η ~ με τον μύθο. || Χώρα με μακρά, πλούσια ιστορία. Πβ. προϊστορία. 2. ΙΣΤ. {κ. με κεφαλ. το αρχικό Ι} η επιστήμη που μελετά το παρελθόν με βάση έγκυρες μαρτυρίες· το σχετικό βιβλίο και μάθημα: μέθοδοι/πηγές της ~ας. Καθηγητής της βυζαντινής ~ας (πβ. ιστορικός). Βλ. αρχαιολογία.|| Αγόρασα την ~ της ...|| Τι βαθμό πήρες στην ~; 3. {σπάν. στον πληθ.} επιστημονική παρουσίαση ιστορικών συμβάντων ή εξελίξεων σε έναν τομέα με χρονολογική σειρά: ~ της ελληνικής γλώσσας. Η γεωλογική ~ του νησιού.|| (με κεφαλ. το αρχικό Ι) ~ των Επιστημών/της Λογοτεχνίας/της Τέχνης. 4. προφορική ή γραπτή αφήγηση πραγματικών ή φανταστικών συμβάντων: αστεία/αστυνομική/ερωτική/πλαστή/ρομαντική ~. ~ αγάπης/τρόμου. Η πλοκή της ~ας. Γράφω/διηγούμαι μια αληθινή ~. Πού να σου λέω τώρα, είναι ολόκληρη ~. Η ~ εκτυλίσσεται στο ... Ατέλειωτες ~ες καθημερινής τρέλας. ~ες για γέλια και για κλάματα. Έχω ακούσει ένα σωρό ~ες για το ... Πβ. θρύλος, παραμύθι. Βλ. χρονικό.|| Η ~ μιας ταινίας (= υπόθεση, πβ. στόρι, βλ. σενάριο). 5. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) δυσάρεστη περιπέτεια, πρόβλημα: Είχε ~ες με την αστυνομία/τον γείτονα/την εφορία/μια κοπελίτσα (πβ. έχω μπλεξίματα/μπελάδες/φασαρίες/τραβήγματα/ντράβαλα). Τελευταία μου κάνει ~ες (: μου δημιουργεί δυσκολίες). Όλη αυτή η ~ μου κόστισε ακριβά. Είναι ολόκληρη ~ να φτιάξεις το αυτοκίνητο (πβ. ταλαιπωρία). Τόσα χρόνια η γνωστή/ίδια ~. 6. ιστορικοί χρόνοι. Βλ. προϊστορία. ● Υποκ.: ιστοριούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ιστορία επιτυχίας: για πρόσωπο ή εταιρεία με λαμπρά επιτεύγματα που αποφέρουν κέρδη και φήμη. [< αγγλ. success story], παλιά ιστορία: γεγονός παλιό ή/και ξεχασμένο., το τέλος της ιστορίας: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. θεωρία που υποστηρίζει ότι με την επικράτηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του παγκόσμιου καπιταλισμού η διαλεκτική που έθρεψε τους πολέμους και τις επαναστάσεις σταματά ελλείψει αντιπάλων. [< αγγλ. The End of History, 1989] , διηγήματα/ιστορία/ταινία μυστηρίου βλ. μυστήριο, πονεμένη ιστορία βλ. πονεμένος, το χρονοντούλαπο της Ιστορίας βλ. χρονοντούλαπο, φυσική ιστορία βλ. φυσικός ● ΦΡ.: ανήκει στην ιστορία/αποτελεί ιστορία 1. (μτφ., για πρόσ., γεγονός, κατάσταση) είναι ξεχασμένος, ξεπερασμένος, δεν προκαλεί πια το ενδιαφέρον: Το παιχνίδι/τουρνουά ~ ~. Ό,τι έγινε ~ ~. 2. (για πρόσ., μνημείο, γεγονός) είναι μέρος του ιστορικού παρελθόντος: Κτίριο που ανήκει στην ~ της πόλης. Ανήκουν στην ~ του τόπου., ανοίγω ιστορίες (προφ.): δημιουργώ προβλήματα, εμπλέκομαι σε μια υπόθεση, αρχίζω δοσοληψίες με κάποιον: Μην ~εις ~, άσε να ξεχαστεί το πράγμα! Δεν θέλω να ~ξω ~ μαζί του., αυτό είναι μια άλλη ιστορία (προφ.): λέγεται όταν κάποιος δεν θέλει να μιλήσει για ένα θέμα, το οποίο αναφέρει παρεμπιπτόντως: Μετά, βέβαια, θα μετανιώσει, αλλά ~ ~ (= δεν θα το συζητήσουμε τώρα). [< αγγλ. that ΄s another story] , γράφει/έγραψε/θα γράψει ιστορία & (σπάν.) εποποιία/έπος (μτφ.): για διάκριση σε κάτι μοναδικό και ανεπανάληπτο: Έγραψε ~ στην οικονομική πολιτική/στον παγκόσμιο αθλητισμό. Προσωπικότητα διεθνούς ακτινοβολίας που με το έργο της γράφει ~. Έγραψε τη δική του εποποιία ως προπονητής. Πβ. μεγαλουργώ.|| Η παράσταση θα γράψει ~. ΣΥΝ. άφησε/θα αφήσει εποχή, έτσι για την ιστορία (προφ.): απλώς και μόνο για να ειπωθεί κάτι: ~ ~, να αναφέρω/θυμίσω ότι ..., η ιστορία επαναλαμβάνεται: για γεγονότα ή πράξεις που εμφανίζονται ξανά, συνήθ. με μικρές παραλλαγές ή αποκλίσεις: Δυστυχώς/να λοιπόν που ~ ~ (ως τραγωδία/φάρσα). Πβ. (αυτό) το έργο το έχω δει/ξαναδεί., η ιστορία θα κρίνει: θα αποδειχθεί στο μέλλον: ~ ~, αν έκανε σωστά ή λάθος. Πβ. θα δείξει., η ιστορία της ζωής μου: τα περιστατικά του βίου μου: Γράφω/διηγούμαι/λέω την ~ ~ (πβ. αυτοβιογραφούμαι).|| (μτφ.-ειρων.) Ο κάθε παλαβός έρχεται και λέει την ~ ~ του (: φλυαρεί για άσχετα πράγματα)., περνά/μένει/μπαίνει στην ιστορία {συνήθ. στον αόρ.} (μτφ.) 1. καθιερώνεται στην ιστορία, συνήθ. με συγκεκριμένη ιδιότητα: Πέρασε ~ ως η πρώτη Ελληνίδα που ... Οι περισσότερες ταινίες του έμειναν ~ του κινηματογράφου. Το έργο του έχει μείνει αθάνατο και το όνομά του μπήκε ~. Πβ. άφησε εποχή. 2. για κάτι που ανήκει στο παρελθόν ή σπανιότ. για σημαντικό πρόσωπο που πέθανε: Η δραχμή πέρασε ~., τα υπόλοιπα είναι ιστορία (προφ.): τα γεγονότα που ακολουθούν είναι γνωστά ή προβλέψιμα, συνεπώς δεν χρειάζεται να ειπωθεί τίποτα άλλο: Τους είπα την ιδέα μου, τους άρεσε και ~ ~., το παίζει ιστορία (αργκό): έχει υπεροπτική ή επιδεικτικά αδιάφορη συμπεριφορά προς τους άλλους: ~ ~ με ύφος χιλίων καρδιναλίων. Έχει καβαλήσει το καλάμι και μας ~ ~. ΣΥΝ. κάνει/παριστάνει τον καμπόσο, ιστορίες για αγρίους βλ. άγριος, στις δέλτους της ιστορίας βλ. δέλτος, το ... της υπόθεσης/του πράγματος/της ιστορίας βλ. υπόθεση [< αρχ. ἱστορία 4,5: γαλλ. histoire, γερμ. Historie, αγγλ. history]
Κοκκινοσκουφίτσα
ΚοκκινοσκουφίτσαΚοκ-κι-νο-σκου-φί-τσα ουσ. (θηλ.): γνωστή ηρωίδα παραμυθιού με τον ομώνυμο τίτλο: η ~ και ο (κακός) λύκος. Βλ. Σταχτοπούτα, Χιονάτη. [< γερμ. Rotkäppchen]
Χαλιμά
ΧαλιμάΧα-λι-μά κύριο όν. (θηλ.): στη ● ΦΡ.: παραμύθια της Χαλιμάς (προφ.): ψέματα, ψευτιές: Όλα αυτά είναι ~ ~. Πες μου την αλήθεια και όχι ~ ~. Πβ. και πράσιν(α) άλογα, τρίχες κατσαρές. [< αραβ. όν. (της ηρωίδας της συλλογής παραμυθιών "Χίλιες και Μία Νύχτες")]
ψέμα
ψέμαψέ-μα ουσ. (ουδ.) {ψέμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ισχυρισμός εσκεμμένα αναληθής, με σκοπό την απόκρυψη ή παραποίηση της αλήθειας: αθώο/αισχρό/βολικό/ελεεινό/κακόβουλο/καραμπινάτο/κατάφωρο/μικρό/τεράστιο/πρωταπριλιάτικο/συνειδητό/χοντρό ~. Απροκάλυπτα/ασύστολα/επικίνδυνα/συνηθισμένα/τερατώδη (= τερατολογίες)/χονδροειδή ~ατα. Είναι ~ ότι ... (πβ. μούσι, μούφα, φόλα). Μας έχει φλομώσει/ταράξει στα ~ατα. Είναι όλα ~ατα (= ανακρίβειες, αναλήθειες, μυθεύματα, χαλκεύματα, παραμύθια). Άσ' τα ~ατα, δεν σε πιστεύω! Μας έχει αραδιάσει ένα σωρό ~ατα (ή λόγ., σωρεία ~άτων)/του κόσμου τα ~ατα/~ατα με ουρά! Διαδίδει ~ατα (= ψευδολογίες, ψευτιές). Πβ. ψεύδος. Το ~ είναι το αλάτι της αλήθειας (παροιμ.). || Έχει βουλιάξει/ζει μες στο ~. Πβ. απάτη, πλάνη1, φενάκη. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε δεν μπορεί να υπάρξει ή είναι μάταιο, απατηλό: Πιστεύει ότι ο παντοτινός έρωτας είναι ένα ~ (= μύθος). ● Υποκ.: ψεματάκι (το) ● Μεγεθ.: ψεματάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: λευκό ψέμα: που λέγεται σκόπιμα από κάποιον, για να αποφύγει μια δυσάρεστη ή άβολη κατάσταση, και δεν εμπεριέχει δόλο ούτε έχει αρνητικές συνέπειες. Πβ. (τα) κατά συνθήκη(ν) ψεύδη. [< αγγλ. white lie] ● ΦΡ.: κακά τα ψέματα (προφ.): ας μην τρέφουμε αυταπάτες, ας μη γελιόμαστε: ~ ~, χρειάζεται πολλή προσπάθεια, για να πετύχουμε. Έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας, ~ ~!, με τα ψέματα (κυρ. προφ.): χωρίς να το καταλάβω ή χωρίς (ιδιαίτερη) προσπάθεια: ~ ~ πέρασε η ώρα!|| ~ ~ δεν γίνεται δουλειά!, πες το ψέματα! (προφ.): ως επιβεβαίωση των λόγων του συνομιλητή μας: -Χρειάζεσαι ξεκούραση! -~ ~ (: έχεις δίκιο, σωστά)!, σαν ψέμα/ψέματα (προφ.): για κάτι που φαντάζει απίστευτο: Μου φαίνεται ~ ~ που είσαι εδώ/ότι θα τον ξαναδώ (: είμαι πολύ συγκινημένος/η). Ακούγεται ~ ~!, στα ψέματα/στα ψεύτικα (προφ.): χωρίς να ισχύει στην πραγματικότητα: Το είπε ~ ~ (πβ. στ' αστεία. ΑΝΤ. στα σοβαρά.). Έκανε ~ ~ την χαρούμενη (: προσποιητά, υποκριτικά). ΑΝΤ. στ' αλήθεια., τέλος/τέρμα/τέλειωσαν τα ψέματα/τ' αστεία/τα παραμύθια! & σώθηκαν τα ψέματα (προφ.): δεν υπάρχουν πια άλλα περιθώρια, η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο: ~ ~, ξεκινώ δίαιτα/πρέπει να φύγω/ώρα για διάβασμα!, το ψέμα έχει κοντά ποδάρια (παροιμ.): αποκαλύπτεται γρήγορα. || (με την ίδια σημ. και το γνωμ.) Το ~ ποτέ δεν ζει για να γεράσει. [< μεσν. ψέμα]