Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • παραολυμπιακός , ή, ό πα-ρα-ο-λυ-μπι-α-κός επίθ.: ΑΘΛ. που σχετίζεται με την Παραολυμπιάδα: ~ή: αποστολή/επιτροπή/ομάδα/φλόγα. ~ό: κίνημα/μετάλλιο/ρεκόρ/χωριό (: ο χώρος διαμονής των ~ών αθλητών). ~ά: αθλήματα. ● ΣΥΜΠΛ.: Παραολυμπιακοί Αγώνες & (προφ.) Παραολυμπιακοί: οι Ολυμπιακοί Αγώνες στους οποίους συμμετέχουν αθλητές με σωματικές αναπηρίες και οι οποίοι διεξάγονται λίγο μετά τη λήξη των Ολυμπιακών Αγώνων: θερινοί/χειμερινοί ~ ~. Βλ. Ειδικοί Ολυμπιακοί Αγώνες. ΣΥΝ. Παραολυμπιάδα [< αγγλ. Paralympics, 1953, Paralympic Games, 1955] [< αγγλ. para(plegic + O)lympic, 1955, γαλλ. paralympique, περ. 1960 & αγγλ. Para(llel) + (O)lympics, 1976]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.