Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • παρασιτώ [παρασιτῶ] πα-ρα-σι-τώ ρ. (αμτβ.) {παρασιτ-εί ..., -ώντας}: ζω παρασιτικά· επιβαρύνω κάποιον άλλο: Μικροοργανισμός που ~εί στο ανοσοποιητικό σύστημα. Φυτό που ~εί σε δέντρα ή θάμνους (βλ. παρασιτικά φυτά).|| (μτφ.) Ομάδες πληθυσμού που ~ούν σε βάρος της κοινωνίας. [< αρχ. παρασιτῶ, γαλλ. parasiter, αγγλ. parasite]
  • παρασίτωση πα-ρα-σί-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. προσβολή ή μόλυνση από παράσιτα: ~ του εντέρου (= ταινίαση). Βλ. απο~, φθειρίαση. [< αγγλ. parasitosis, γαλλ. parasitose, 1933]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.