παρατήρηση πα-ρα-τή-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. προσεκτική ή/και συστηματική εξέταση με γυμνό μάτι ή οπτικό όργανο: αστρονομική/νυχτερινή/τηλεσκοπική ~. Μετεωρολογικές ~ήσεις. ~ της έκλειψης Ηλίου/ενός κομήτη/ενός φαινομένου.|| ~ της συμπεριφοράς των ζώων. ~ και πείραμα. Το αντικείμενο/τα αποτελέσματα της ~ης. Μάθηση μέσα από ~. Η συχνότητα των ~ήσεων. Βλ. αυτο~.|| Συστήματα ~ης και παρακολούθησης της Γης (βλ. δορυφόρος).|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ του εχθρού (πβ. κατασκόπευση, κατόπτευση).2. (συνεκδ.) διαπίστωση, επισήμανση, κρίση: γενικές/ειδικές/εισαγωγικές/επιστημονικές/νομικές/οξυδερκείς/προφορικές/στατιστικές ~ήσεις. Γλωσσικές ~ήσεις (= διορθώσεις, σχόλια) σε ένα κείμενο. Ερωτήσεις και ~ήσεις. Ανάλυση/καταγραφή/υποβολή ~ήσεων. Είναι άξιο ~ης ότι ... Με την ~ ότι ... Έκανε την ~ (= παρατήρησε) ότι ...|| (ειδικότ., για έκφραση αντίρρησης:) Η ~ή σου ήταν σωστή. Ενδιαφέρουσα/εύστοχη/ουσιαστική/σπουδαία/χρήσιμη ~ επί του θέματος. Αντέκρουσε τις ~ήσεις. Οι ~ήσεις σας θα ληφθούν υπόψη. Πβ. υπόδειξη.3. επίκριση, επίπληξη: ευγενική/φιλική ~. Του έγινε/έκανε αυστηρή/γραπτή/δριμεία ~. Πβ. επιτίμηση.4. θέμα συνήθ. γραπτής εξέτασης: γραμματικές/συντακτικές ~ήσεις. Πβ. ερώτημα, ζήτημα. ● Υποκ.: παρατηρησούλα (η): στις σημ. 2,3. [< 1: μτγν. παρατήρησις, γαλλ. observation 2,3: γαλλ. remarque, observation]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.