Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • παρατείνω πα-ρα-τεί-νω ρ. (μτβ.) {παρέτειν-α, παρατά-θηκε, παρατετα-μένος, παρατείν-οντας, -όμενος}: αυξάνω χρονικά, επεκτείνω τη διάρκεια ή την ισχύ: ~ε τις διακοπές/τις σπουδές/το συμβόλαιό του. Φάρμακο που ~ει τον χρόνο ζωής των ασθενών. ~εται η αγωνία για ... ~εται το ακαδημαϊκό έτος/το ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων. ~εται επ' αόριστον η λειτουργία του ... ~ονται για δύο ακόμα μήνες οι θεατρικές παραστάσεις. Η άδεια/η θητεία του/το μαρτύριο/η συζήτηση ~θηκε. ~θηκε μέχρι το τέλος του μήνα η προθεσμία ... ~όμενος: πυρετός. ~μένος: ήχος/καύσωνας. ~μένη: ανομβρία/έκθεση (στον ήλιο)/κρίση/περίοδος. ~μένα: χειροκροτήματα. Πβ. τρενάρω. ΣΥΝ. επιμηκύνω (2), μακραίνω (2) ΑΝΤ. συντομεύω (1) [< αρχ. παρατείνω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.