παρατηρώ [παρατηρῶ] πα-ρα-τη-ρώ ρ. (μτβ.) {παρατηρ-είς ..., -ώντας, -ούμενος | παρατήρ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. κοιτάζω, εξετάζω προσεκτικά ή/και συστηματικά: ~ τ' άστρα/τον ουρανό. ~ τα πουλιά με κιάλια. Πλανήτες ~ούμενοι με γυμνό μάτι/με το τηλεσκόπιο. Πβ. ερευνώ, μελετώ.|| ~ούσε τους ανθρώπους γύρω του/τις αντιδράσεις του κόσμου. Πβ. παρακολουθώ.|| ~ήστε τις ομοιότητες/πώς ... Πβ. προσέχω.2. αντιλαμβάνομαι, διαπιστώνω· επισημαίνω: ~ (κάποια) αλλαγή στη συμπεριφορά του. ~ησε το πρόβλημα. Δεν έχω ~ήσει κάτι ύποπτο. ~ησα την απουσία/την παρουσία του. ~ησε ότι ήμουν θλιμμένη.|| Όπως πολύ εύστοχα/σωστά/χαρακτηριστικά ~εί ο ... Πιστεύω, ~ησε ο υπουργός, ότι ... Πβ. σημειώνω.3. (σπάν.) επιπλήττω, τιμωρώ: Τον ~ησε για την απροσεξία του. (ΑΘΛ.) ~ήθηκε με κίτρινη κάρτα, γιατί ... Πβ. επιτιμώ. ● παρατηρείται: εντοπίζεται, σημειώνεται: Την άνοιξη ~ έξαρση των αλλεργιών. ~ούνται μεγάλες διαφορές μεταξύ ... Μέχρι στιγμής, δεν ~ήθηκε καμία σεισμική δραστηριότητα. Τα χαμηλότερα ποσοστά αποτυχίας ~ήθηκαν στο μάθημα της ... Είναι ~ημένο (= διαπιστωμένο) ότι ...|| Στη διακόσμηση, μπορούν να ~ηθούν ανατολίτικες επιρροές. [< αρχ. παρατηρῶ, γαλλ. remarquer, observer]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.