Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • παραχωρώ [παραχωρῶ] πα-ρα-χω-ρώ ρ. (μτβ.) {παραχωρ-είς ..., -ώντας | παραχώρ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ούμενος}: δίνω, προσφέρω κάτι∙ μεταβιβάζω, εκχωρώ κάποιο πράγμα ή δικαίωμα σε τρίτους: ~ μια έκταση/τη θέση μου/τη σειρά μου (π.χ. σε ταμείο τράπεζας). Ο πρωθυπουργός ~ησε (= παρέθεσε) συνέντευξη τύπου. Μας ~ησαν την άδεια να ... Οι κατακτητές ~ησαν (σχετική) αυτονομία στην πόλη. Η ομάδα ~ησε ισοπαλία στους αντιπάλους της. Η αίθουσα ~ήθηκε ευγενικά από ... Το ακίνητο ~ήθηκε προς χρήση στην πρεσβεία. ~ήθηκαν ... στρέμματα γης σε ακτήμονες. Ο χώρος είναι νόμιμα ~ημένος από τον Δήμο. ~ούμενη: τεχνογνωσία. Πβ. διαθέτω. [< αρχ. παραχωρῶ, γαλλ. concéder]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.