παροιμία πα-ροι-μί-α ουσ. (θηλ.) {παροιμιών}: σύντομη λαϊκή ρήση κυρ. με διδακτικό, παραδειγματικό χαρακτήρα, μέσα από την οποία διατυπώνονται αλήθειες για τη ζωή, συνήθ. με αλληγορικό ή μεταφορικό τρόπο: Μια ~ λέει: "η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει". Σύμφωνα με την ~, "κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει". Βλ. απόφθεγμα, γνωμικό, ρητό. ● Παροιμίαι (οι): βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης. [< αρχ. παροιμία]
παροιμιακός , ή, ό πα-ροι-μι-α-κός επίθ.: που αποτελεί παροιμία ή σχετίζεται με αυτήν: ~ός: λόγος. ~ή: έκφραση/ρήση/φράση. Πβ. παροιμιώδης. ● επίρρ.: παροιμιακά [< μτγν. παροιμιακός]
απόφθεγμα
απόφθεγμα[ἀπόφθεγμα] α-πό-φθεγ-μα ουσ. (ουδ.) {αποφθέγμ-ατα}: κρίση καθολικού κύρους διατυπωμένη με σύντομο και εύστοχο τρόπο, με αποτέλεσμα να διατηρείται στη μνήμη: λαϊκό/φιλοσοφικό ~. ~ατα και αινίγματα/παροιμίες/στοχασμοί. Συλλογή ~άτων. Πβ. γνωμικό, ρήση, ρητό. [< αρχ. ἀπόφθεγμα]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.