Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • πασιφανής , ής, ές πα-σι-φα-νής επίθ. (λόγ.-επιτατ.): ολοφάνερος, πασίδηλος: Η διαφορά απόψεων ήταν ~ κατά τη διάρκεια της συζήτησης. Είναι ~ές ότι ... Οι αιτίες/συνέπειες της κρίσης είναι πλέον ~είς. Βλ. -φανής. ΣΥΝ. κατάδηλος, καταφανής ● επίρρ.: πασιφανώς [-ῶς]: Πβ. αναφανδόν. [< αρχ. πασιφανής]

-φανής

-φανής, ής, ές {-φανούς | -φανείς (ουδ. -φανή)} (λόγ.) επίθημα επιθέτων που δηλώνει ότι αυτό στο οποίο γίνεται αναφορά 1. φαίνεται να είναι αυτό που δείχνει η πρωτότυπη λέξη: αληθο~/δημοτικο~/πρωτο~.|| (μειωτ.) Σοβαρο~. 2. (κυρ. μτφ.) είναι φανερό, σαφές: εμ~/οφθαλμο~/πασι~/προ~.