Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • παχουλός , ή, ό πα-χου-λός επίθ. (συχνά ευφημ.): που έχει επιπλέον πάχος, κάπως ευτραφής, στρουμπουλός: ~ό: μωρό. Πβ. αφρατ-, γεματ-, χοντρ-ούλης, μπαμπάτσικος, μπουλούκος, τσουπωτός.|| (ως ουσ.) Μόδα/ρούχα για ~ές. Βλ. -ουλός. ● Υποκ.: παχουλούλης (ο) {θηλ. παχουλούλα}, παχουλούτσικος , η, ο [< μεσν. παχουλός]

-ουλός

-ουλός, ή, ό (προφ.): επίθημα υποκοριστικών επιθέτων για τη δήλωση σχετικής ιδιότητας: βαθ-ουλός (: κάπως βαθύς, πβ. -ούτσικος)/μακρ~/φαρδ~/χοντρ~ (πβ. -ούλικος).|| Ασπρ-ουλός (πβ. -ιδερός). Βλ. -ωπός.|| Νερ-ουλός (: πολύ ρευστός, σαν νερό).

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.