Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • παχύρρευστος , η, ο πα-χύρ-ρευ-στος επίθ. & παχύρευστος: (για υγρά) που είναι πυκνός ως προς τη σύστασή του και ρέει αργά: ~ος: χυλός. ~η: κρέμα/μάζα/μορφή/ουσία/σάλτσα/υφή. ~ο: έκκριμα/λάδι/μείγμα/σιρόπι. ΣΥΝ. πηχτός (2), πυκνόρρευστος ΑΝΤ. αραιός (1), λεπτόρρευστος [< γερμ. dickflüßig]