Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • παύση παύ-ση ουσ. (θηλ.) 1. διακοπή ή λήξη, σταμάτημα ενέργειας, κατάστασης: ~ (της) λειτουργίας σταθμού/συσκευής. (συνεκδ. το σχετικό κουμπί:) Πάτησε (την) ~.|| ~ της έρευνας/καταδίωξης. ~ των διαπραγματεύσεων/δραστηριοτήτων/εργασιών/εχθροπραξιών (πβ. κατάπαυση· βλ. μορατόριουμ). Πβ. τερματισμός.|| ~ διάρκειας λίγων ημερών. Πβ. ανάπαυλα.|| (ΙΑΤΡ.) Αναπνευστική/καρδιακή ~. Βλ. ανδρό-, ανθρωπό-παυση. 2. απόλυση, απομάκρυνση κάποιου από θέση εργασίας ή δημόσιο αξίωμα: οριστική/προσωρινή ~. ~ υπουργού. Ο υπάλληλος τιμωρήθηκε με ~ έξι μηνών χωρίς αποδοχές. 3. ΜΟΥΣ. διακοπή, χρονικό κενό της μελωδίας ενός μουσικού κομματιού και το αντίστοιχο σημείο στο πεντάγραμμο. 4. ΓΛΩΣΣ. εσκεμμένη ή ασυναίσθητη διακοπή της ομιλίας, μικρής συνήθ. διάρκειας: Έκανε μια μικρή/παρατεταμένη ~ και μετά συνέχισε να μιλάει. Βλ. σιγή, σιωπή. ● ΣΥΜΠΛ.: στάση πληρωμών βλ. πληρωμή [< 1: μτγν. παῦσις, γαλλ. pause, αγγλ. pause]

πληρωμή

πληρωμήπλη-ρω-μή ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) πλερωμή 1. καταβολή συνήθ. χρημάτων σε αντάλλαγμα για την αγορά προϊόντος, την παροχή υπηρεσίας, την εξόφληση χρέους ή ως αμοιβή: άμεση ~/~ τοις μετρητοίς. Απευθείας/εμπρόθεσμη/καθυστερημένη/τακτική ~. ~ ασφαλίστρων/δανείου/δασμού/μερίσματος/οφειλών/προκαταβολής/συνδρομής/συντάξεων/τελών/τρεχόντων εξόδων (πβ. τακτοποίηση)/φόρων/χρέους (= εξόφληση). ~ των δανειστών/εργαζομένων/συνταξιούχων. ~ με αντικαταβολή/επιταγή/κατάθεση σε πιστωτική κάρτα (: μέσα/τρόποι ~ής). ~ σε δόσεις (: βερεσέ, επί πιστώσει)/σε είδος/στο ακέραιο. ~ εντός ... ημερών/κατά την παράδοση. Απόδειξη/ημερομηνία/κατάσταση/ποσό ~ής. Απαίτηση ~ής. Δώρο αντί ~ής/(λόγ.) έναντι ~ής/ως ~. Αναστολή/εκτέλεση/καθυστέρηση ~ών. Συστήματα/υπηρεσίες ~ών. Η ~ έγινε ηλεκτρονικά (: ηλεκτρονική ~)/μέσω τραπεζικού λογαριασμού (: τραπεζική ~). Βλ. προ~, ταχυ~. ΑΝΤ. είσπραξη 2. (μτφ.) ανταπόδοση: Έρχεται/πλησιάζει/φτάνει η ώρα της ~ής (και της τιμωρίας). Πβ. επίχειρα.|| Ένα χειροκρότημα είναι η καλύτερη ~ (= ανταμοιβή). ● ΣΥΜΠΛ.: στάση πληρωμών & παύση πληρωμών:: (για οφειλέτες) προσωρινή παύση καταβολής χρημάτων, κυρ. από το κράτος, στους δικαιούχους: ~ ~ στο Δημόσιο. ~ ~ και χρεοκοπία. Άδεια ταμεία και ~ ~. Επιβλήθηκε/κηρύχτηκε ~ ~. [< γαλλ. cessation de paiements] , εντολή/διαταγή πληρωμής βλ. εντολή, ευκολίες πληρωμής βλ. ευκολία, ισοζύγιο (εξωτερικών) πληρωμών βλ. ισοζύγιο, μεταβιβαστικές πληρωμές βλ. μεταβιβαστικός ● ΦΡ.: επί πληρωμή [ἐπί πληρωμῇ] (λόγ.): έναντι αμοιβής: Το σεμινάριο είναι ~ ~. ΑΝΤ. δωρεάν [< 1: μεσν. πληρωμή 2: γαλλ. paiement]

σιγή

σιγήσι-γή ουσ. (θηλ.): απουσία θορύβου ή ομιλιών, απόλυτη ησυχία: επικρατεί απόλυτη ~. || Ένοχη ~. Πβ. σιγαλιά, σιωπή. ΑΝΤ. βοή ● ΣΥΜΠΛ.: εκκωφαντική σιωπή βλ. εκκωφαντικός, νεκρική σιγή/σιωπή βλ. νεκρικός, σιγή ασυρμάτου βλ. ασύρματος ● ΦΡ.: (κρατά/τηρεί) αιδήμονα σιωπή(ν)/σιγή(ν) βλ. αιδήμων, ενός λεπτού σιγή βλ. λεπτό, τηρεί σιγή(ν) ιχθύος βλ. ιχθύς [< αρχ. σιγή]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.