Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • πεζογράφος πε-ζο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): συγγραφέας πεζών λογοτεχνικών έργων: κορυφαίος/μεταπολεμικός ~. Βλ. -γράφος. [< μτγν. πεζογράφος]

-γραφος

-γραφος, η, ο: λεξικό επίθημα με αναφορά σε ορισμένο τρόπο γραφής: ιδιό~/ολό~.|| (ουσιαστικοπ.) Χειρό-γραφο.