Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • πενιχρός , ή, ό πε-νι-χρός επίθ. (λόγ.): φτωχικός και κατ' επέκτ. ελάχιστος, ανεπαρκής: ~ό: γεύμα (ΑΝΤ. πλουσιοπάροχο).|| ~ός: μισθός/προϋπολογισμός. ~ή: παραγωγή/σύνταξη. ~ά: έσοδα/μέσα. Πβ. ισχνός, λιγοστός.|| (μτφ.) ~ό: αποτέλεσμα (= ασήμαντο). ΣΥΝ. γλίσχρος ΑΝΤ. αδρός (1), επαρκής ● επίρρ.: πενιχρά [< αρχ. πενιχρός]