Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • πεντοχίλιαρο πε-ντο-χί-λια-ρο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-προφ.): χαρτονόμισμα αξίας πέντε χιλιάδων δραχμών. Βλ. δεκαχίλιαρο, χιλιάρικο.

δεκαχίλιαρο

δεκαχίλιαροδε-κα-χί-λια-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.-παλαιότ.): χαρτονόμισμα των δέκα χιλιάδων δραχμών. Βλ. πεντοχίλιαρο, χιλιάρικο.