Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • περήφανος , η, ο πε-ρή-φα-νος επίθ. & (λόγ.) υπερήφανος 1. που καμαρώνει για κάτι, πολύ ικανοποιημένος: Αισθάνονται/είναι/νιώθουν ~οι για τις πράξεις τους. 2. που χαρακτηρίζεται από αξιοπρέπεια: ~ος: λαός. ~η: απάντηση. Κράτησε ~η στάση ως το τέλος. Πβ. αξιοπρεπής. 3. μεγαλοπρεπής, αγέρωχος, καμαρωτός: ~ος: χορός. ~ο: βουνό/ζώο.|| ~ο: παράστημα. 4. (μειωτ.) που υπερεκτιμά τον εαυτό του και υποτιμά τους άλλους, αλαζόνας. Πβ. ακατάδεκτος, ψωρο~. ● επίρρ.: περήφανα & (λόγ.) υπερήφανα ● ΦΡ.: περήφανος στ' αυτιά (μτφ.-προφ.): για ηλικιωμένο συνήθ. άτομο που δεν ακούει καλά, βαριακούει. [< αρχ. ὑπερήφανος]