Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- περίοδος πε-ρί-ο-δος ουσ. (θηλ.) {περιόδ-ου | -ων, -ους} 1. μεγάλο συνήθ. χρονικό διάστημα με ιδιαίτερα γνωρίσματα: μεταβατική/μεταπολεμική/παρατεταμένη/προεκλογική ~. ~ αβεβαιότητας/ακμής/ανακατατάξεων/(πρακτικής) άσκησης/επιμόρφωσης/εφαρμογής (ενός μέτρου)/καύσωνα/κρίσης/ξηρασίας/προετοιμασίας. Σε ~ο πολέμου (= σε εμπόλεμη ~ο). Ιστορικές ~οι. Σε ~ους ειρήνης (= ειρηνικές ~ους). Έργο που χωρίζεται σε τέσσερις ~ους. Βλ. στάδιο, φάση, υπο~, φωτο~.|| (ΙΣΤ.) Προϊστορική/Γεωμετρική/Κλασική/Ελληνιστική/Ρωμαϊκή ~. Κατά την ~ο της Κατοχής/της Τουρκοκρατίας. Πβ. εποχή. 2. χρονική διάρκεια που απαιτείται για τη συμπλήρωση ενός κύκλου κάποιου περιοδικά εμφανιζόμενου φαινομένου: αγωνιστική (= σεζόν)/ακαδημαϊκή/διαχειριστική/θεατρική/καλοκαιρινή/σχολική/χειμερινή ~. Η ~ των γιορτών/διακοπών/εκπτώσεων. Αρχή/διάρκεια/τέλος (της τουριστικής) ~ου. Τιμές που ισχύουν για τη χαμηλή/μεσαία/υψηλή ~ο.|| (ΦΥΣ.-ΜΑΘ., σύμβ. Τ) Η ~ του εκκρεμούς/της συνάρτησης.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ περιφοράς.|| (ΓΕΩΡΓ.) ~ του θερισμού/της σποράς/του τρύγου.|| (ΑΘΛ., καθένα από τα τέσσερα δεκάλεπτα ενός αγώνα μπάσκετ:) Στην τρίτη ~ο η ομάδα ξέφυγε στο σκορ. 3. ΙΑΤΡ. εμμηνόρροια, έμμηνος ρύση: διαταραχές/εμφάνιση/καθυστέρηση της ~ου. (προφ.) Tης ήρθε ~. Έχει/περιμένει ~ο. 4. ΓΕΩΛ. (κ. με κεφαλ. Π) υποδιαίρεση του γεωλογικού χρόνου συντομότερη χρονικά από τον αιώνα και μεγαλύτερη από την εποχή: Κρητιδική ~. 5. ΓΛΩΣΣ. τμήμα κειμένου ανάμεσα κυρ. σε δύο τελείες: θεματική/μεγάλη/μικρή/σύντομη ~. Βλ. μακρο~, πρόταση. 6. ΧΗΜ. καθεμία από τις επτά οριζόντιες γραμμές (σειρές) του Περιοδικού Πίνακα, στις οποίες κατατάσσονται στοιχεία κατά αύξοντα ατομικό αριθμό και με την ίδια εξωτερική στιβάδα: ~οι και ομάδες. 7. ΜΟΥΣ. τμήμα μουσικής σύνθεσης που αποτελείται από δύο ή περισσότερες φράσεις: απλή (= οκτώ μέτρων)/διπλή (= δεκαέξι μέτρων) ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ανατολίζουσα περίοδος βλ. ανατολίζων, αρχαϊκή εποχή/περίοδος βλ. αρχαϊκός, εξεταστική περίοδος βλ. εξεταστικός, ιουρασική/ιουράσιος (περίοδος) βλ. ιουρασικός, λιθανθρακοφόρος περίοδος βλ. λιθανθρακοφόρος, μεσοβυζαντινή περίοδος βλ. μεσοβυζαντινός, μεσοελλαδική εποχή/περίοδος βλ. μεσοελλαδικός, μεσοκυκλαδική εποχή/περίοδος βλ. μεσοκυκλαδικός, μεσολιθική περίοδος/εποχή βλ. μεσολιθικός, μετανακτορική περίοδος/εποχή βλ. μετανακτορικός, νεογνική περίοδος βλ. νεογνικός, νεολιθική εποχή/περίοδος βλ. νεολιθικός, παλαιολιθική εποχή/περίοδος βλ. παλαιολιθικός, περίοδος αιχμής βλ. αιχμή, περίοδος χάριτος βλ. χάρις, περίοδος/εποχές των παγετώνων βλ. παγετώνας, πέρμια περίοδος βλ. πέρμιος, πρωτοβυζαντινή/παλαιοχριστιανική εποχή/περίοδος βλ. πρωτοβυζαντινός, πρωτοελλαδική εποχή/περίοδος βλ. πρωτοελλαδικός, πρωτοκυκλαδική εποχή/περίοδος βλ. πρωτοκυκλαδικός, υστεροβυζαντινή περίοδος/εποχή βλ. υστεροβυζαντινός, υστεροελλαδική εποχή/περιόδος βλ. υστεροελλαδικός, υστεροκυκλαδική εποχή/περίοδος βλ. υστεροκυκλαδικός, χαλκολιθική εποχή/περίοδος βλ. χαλκολιθικός ● ΦΡ.: κατά περιόδους: κατά διαστήματα: (σε πρόβλεψη καιρού:) Αραιή συννεφιά/βροχές ~ ~. ~ ~ (= κατά καιρούς, κάπου κάπου, πότε πότε) θα πρέπει να ..., περίοδος/εποχή (των) ισχνών/παχιών αγελάδων βλ. αγελάδα [< αρχ. περίοδος, γαλλ. période, αγγλ. period]
αγελάδα
αγελάδα[ἀγελάδα] α-γε-λά-δα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) γελάδα 1. το θηλυκό του βοδιού μετά την πρώτη γέννα: άσπρη/γαλακτοφόρος/μαύρη/παχιά ~. (Νωπό/παστεριωμένο/φρέσκο) γάλα/κοπριά/μαστάρια ~ας. Το μικρό της ~ας (= το μοσχάρι). ~ες γαλακτοπαραγωγής/ελευθέρας βοσκής/κρεατοπαραγωγής. Αρμέγω/εκτρέφω ~ες. Οι ~ες βόσκουν/μηρυκάζουν/μουκανίζουν. Αρμεκτήρια ~ων. Πβ. δαμάλα.|| (ειρων.) Έχει το βλέμμα της ~ας (: πνευματικά νωθρό άτομο). Βλ. ταύρος. 2. (μτφ.-υβριστ.) για παχύσαρκη, άχαρη και δυσκίνητη γυναίκα. Πβ. χοντρός. ● Υποκ.: αγελαδίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ασθένεια/νόσος των τρελών αγελάδων & (προφ.) τρελές αγελάδες: ΚΤΗΝ. σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών. [< αγγλ. mad cow disease, 1988] , ιερή αγελάδα (μτφ.): πρόσωπο, θεσμός, ζήτημα που κανείς δεν τολμά να θίξει. [< αγγλ. sacred cow, 1910, γερμ. heilige Kuh] ● ΦΡ.: βρήκε (α)γελάδα ν' αρμέγει (μτφ.): για κάποιον που απομυζά, εκμεταλλεύεται πρόσωπα ή καταστάσεις. ΣΥΝ. βρήκε τον μήνα που τρέφει τους έντεκα, περίοδος/εποχή (των) ισχνών/παχιών αγελάδων (εσφαλμ. παχέων): περίοδος φτώχειας/ευμάρειας: Άρχισε/ήρθε/πέρασε/συνεχίζεται/τέλειωσε η ~ ~. Βλ. τότε που δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα. [< μεσν. αγελάδα]
αιχμή
αιχμή[αἰχμή] αιχ-μή ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) το πιο βασικό, ισχυρό ή κρίσιμο σημείο, το αποκορύφωμα κατάστασης, δραστηριότητας, φαινομένου και η αντίστοιχη χρονική στιγμή: η ~ της ανάπτυξης/της επιστήμης/του προβληματισμού/της προόδου. Η ~ της εξέλιξης/της πρωτοπορίας. Θέματα ~ής (= σημαντικά, καυτά, σπουδαία). Έρευνα ~ής (: η οποία στηρίζεται σε σύγχρονα επιστημονικά πορίσματα και σε προηγμένη τεχνολογία). Αίτημα/προϊόντα/υπηρεσίες ~ής. Απεργιακές κινητοποιήσεις με ~ τα οικονομικά προβλήματα. Βρίσκεται/παραμένει στην ~ της επικαιρότητας. Πολιτική αντιπαράθεση με σημείο ~ής την παιδεία.|| (ΦΥΣ.) ~ τάσης.|| Κυκλοφοριακή/τουριστική ~. Στην ~ της σεζόν. 2. οξεία, μυτερή άκρη αντικειμένου: κοφτερή/μεταλλική ~. ~ ακοντίου/βελόνας/βέλους/μαχαιριού/ξίφους. Πβ. άκρο, μύτη.|| ~ της καμπύλης (= κορυφή). ● αιχμές (οι) (μτφ.): υπαινιγμοί, υπονοούμενα, έμμεσες κατηγορίες: ~ για παραλείψεις. ~ σε βάρος/εναντίον/κατά της κυβέρνησης. Διατυπώνει/εξαπολύει/ρίχνει (δημόσια) ~. Απαντώ σε ~. Άφησε προσωπικές ~ κατά του ...|| (σπάν. στον εν.) Πολιτική ~ή. Πβ. νύξη, σπόντα. [< γαλλ. pointe] ● ΣΥΜΠΛ.: αιχμή του δόρατος (μτφ.): το πιο ισχυρό όπλο για την εφαρμογή (επιθετικής) πολιτικής και γενικότ. για την επίτευξη στόχου: Ο πολιτισμός/τουρισμός πρέπει να είναι η ~ ~ για την ανάπτυξη. [< αγγλ. spear head] , περίοδος αιχμής: χρονικό διάστημα με την πλέον αυξημένη κίνηση, δουλειά: εμπορική/καλοκαιρινή ~ ~. ~ ~ των διακοπών/των εορτών/της τουριστικής κίνησης. Αύξηση δρομολογίων/προσλήψεων εποχικού προσωπικού/πτήσεων σε ~ους ~. ΑΝΤ. νεκρή περίοδος., τεχνολογία αιχμής: η πιο εξελιγμένη, προηγμένη, πρωτοποριακή τεχνολογία. Πβ. υψηλή τεχνολογία. [< αγγλ. leading-edge technology, 1977, γαλλ. technologie de pointe] , ώρα/ώρες αιχμής: περίοδος κορύφωσης της κυκλοφοριακής κίνησης ή της (ενεργειακής) κατανάλωσης: Αύξηση δρομολογίων/μποτιλιάρισμα/συνωστισμός σε ~ ~. ~ ~ της ζήτησης (ηλεκτρικού ρεύματος). [< γαλλ. heures de pointe, 1911] [< 2: αρχ. αἰχμή, γαλλ. pointe]
ανατολίζων
ανατολίζων, ουσα, ον [ἀνατολίζων] α-να-το-λί-ζων επίθ. 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. που σχετίζεται με την ανατολίζουσα περίοδο: ~ων: ρυθμός. ~ουσα: κεραμική. ~οντα: θέματα. 2. (λόγ.) που έχει επηρεαστεί από τον πολιτισμό της (Εγγύς ή/και Μέσης) Ανατολής, που μιμείται κάτι ανατολικό: ~ουσα: μελωδία. ~οντα: στοιχεία. ● ΣΥΜΠΛ.: ανατολίζουσα περίοδος: ΑΡΧΑΙΟΛ. το χρονικό διάστημα (730/720 - 630 π.Χ.) κατά το οποίο παρατηρείται επίδραση της ανατολικής και αιγυπτιακής τέχνης στην αντίστοιχη αρχαία ελληνική, μέσα από τον δανεισμό ζωικών και φυτικών μορφών: γεωμετρική και ~ ~.
αρχαϊκός
αρχαϊκός, ή, ό [ἀρχαϊκός] αρ-χα-ϊ-κός επίθ. (επιστ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που σχετίζεται με την αρχαϊκή εποχή: ~ός: λυρισμός/ναός. ~ή: επιγραφή/τέχνη. ~ό: άγαλμα. Βλ. προκλασικός. 2. αρχαΐζων· κατ' επέκτ. απαρχαιωμένος, ξεπερασμένος: ~ά: (γλωσσικά) στοιχεία (= αρχαϊσμοί). ΣΥΝ. αρχαιοπρεπής.|| ~ές: αντιλήψεις. ● επίρρ.: αρχαϊκά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αρχαϊκή εποχή/περίοδος & αρχαϊκοί χρόνοι: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. η οποία εκτείνεται περ. από το τέλος των γεωμετρικών χρόνων (8ος αι. π.Χ.) μέχρι τη λήξη των Περσικών πολέμων (479 π.Χ.)· κατ' επέκτ. ο πολιτισμός και τα υλικά κατάλοιπα της συγκεκριμένης εποχής. Πβ. προκλασικός., αρχαϊκό μειδίαμα: ΑΡΧΑΙΟΛ. χαρακτηριστικό ελαφρύ χαμόγελο των κούρων και των κορών της αρχαϊκής γλυπτικής., αρχαιοζωικός/αρχαϊκός αιώνας βλ. αρχαιοζωικός [< αρχ. ἀρχαϊκός, γαλλ. archaïque, αγγλ. archaic]
εξεταστικός
εξεταστικός, ή, ό [ἐξεταστικός] ε-ξε-τα-στι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με εξετάσεις: ~ό: σύστημα. Το διδακτικό και το ~ό έργο των καθηγητών. 2. ερευνητικός, παρατηρητικός: ~ή: ματιά. ~ό: βλέμμα. Πβ. διερευνητικός. ● επίρρ.: εξεταστικά: στη σημ. 2: Με κοιτούσε ~. ● ΣΥΜΠΛ.: εξεταστική περίοδος & (προφ.) εξεταστική: χρονικό διάστημα κατά το οποίο διενεργούνται οι εξετάσεις κυρ. των φοιτητών, σπουδαστών: ~ ~ Ιανουαρίου/Ιουνίου/Σεπτεμβρίου., εξεταστικό κέντρο: χώρος όπου οι υποψήφιοι δίνουν εξετάσεις. Πβ. εξεταστήριο., εξεταστική των πραγμάτων επιτροπή βλ. επιτροπή [< αρχ. ἐξεταστικός ‘ικανός να εξακριβώνει, κατάλληλος για έρευνα’]
ιουρασικός
ιουρασικός, ή, ό [ἰουρασικός] ι-ου-ρα-σι-κός επίθ. & (λόγ.) ιουράσιος, ος/α, ο: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με την ιουρασική περίοδο: ~ά: πετρώματα. ● Ουσ.: Ιουρασικό & (λόγ.) Ιουράσιο (το): ιουρασική περίοδος: άνω/κάτω/μέσο ~ό. Βλ. Κρητιδικό, Τριαδικό. ● ΣΥΜΠΛ.: ιουρασική/ιουράσιος (περίοδος): γεωλογική περίοδος του μεσοζωικού αιώνα. [< γαλλ. jurassique]
λιθανθρακοφόρος
λιθανθρακοφόρος, ος, ο λι-θαν-θρα-κο-φό-ρος επίθ.: ΓΕΩΛ. που περιέχει λιθάνθρακα: ~α: ιζήματα/στρώματα. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: λιθανθρακοφόρος περίοδος: η τέταρτη περίοδος του παλαιοζωικού γεωλογικού αιώνα (πριν από περ. 340.000.000 - 290.000.000 έτη). [< γαλλ. carbonifère]
μεσοβυζαντινός
μεσοβυζαντινός, ή, ό με-σο-βυ-ζα-ντι-νός επίθ.: ΙΣΤ. που σχετίζεται με τη μεσοβυζαντινή περίοδο: ~ός: ναός. ~ή: τέχνη. Βλ. πρωτο-, υστερο-βυζαντινός. ● ΣΥΜΠΛ.: μεσοβυζαντινή περίοδος & (σπάν.) μεσοβυζαντινοί χρόνοι & μεσοβυζαντινή εποχή: περίοδος της βυζαντινής ιστορίας από τον 8ο μέχρι τον 12ο αι. μ.Χ.
μεσοελλαδικός
μεσοελλαδικός, ή, ό με-σο-ελ-λα-δι-κός επίθ. ΙΣΤ.-ΑΡΧΑΙΟΛ. : που σχετίζεται με τη μεσοελλαδική εποχή: ~ός: οικισμός/πολιτισμός. ~ό: νεκροταφείο. Πβ. μεσοκυκλαδικός. Βλ. πρωτο-, υστερο-ελλαδικός, πρωτοκυκλαδικός, μυκηναϊκός. ● ΣΥΜΠΛ.: μεσοελλαδική εποχή/περίοδος: η Μέση Χαλκοκρατία (περ. 2000-1600 π.Χ.) στην ηπειρωτική Ελλάδα. [< αγγλ. Middle Helladic]
μεσοκυκλαδικός
μεσοκυκλαδικός, ή, ό με-σο-κυ-κλα-δι-κός επίθ. ΙΣΤ.-ΑΡΧΑΙΟΛ.: που σχετίζεται με τη μεσοκυκλαδική εποχή: ~ός: πολιτισμός. Πβ. μεσο-ελλαδικός, -μινωικός. Βλ. πρωτο-, υστερο-κυκλαδικός. ● ΣΥΜΠΛ.: μεσοκυκλαδική εποχή/περίοδος: η Μέση Χαλκοκρατία (περ. 2000-1600 π.Χ.) στις Κυκλάδες, η δεύτερη φάση του κυκλαδικού πολιτισμού. [< αγγλ. Middle Cycladic]
μεσολιθικός
μεσολιθικός, ή, ό με-σο-λι-θι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που σχετίζεται με τη μεσολιθική περίοδο: ~ός: οικισμός/πολιτισμός. ~ά: ευρήματα. Βλ. νεο-, παλαιο-λιθικός. ● ΣΥΜΠΛ.: μεσολιθική περίοδος/εποχή: ΙΣΤ. μεταβατική προϊστορική περίοδος (12000-6000 π.Χ.) που χαρακτηρίζεται από την έναρξη της παραγωγικής οικονομίας. [< αγγλ. mesolithic, γαλλ. mésolithique, 1909]
μετανακτορικός
μετανακτορικός, ή, ό με-τα-να-κτο-ρι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μετανακτορική περίοδος/εποχή: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. (στη Μινωική Κρήτη) το χρονικό διάστημα περ. από την καταστροφή των ανακτόρων το 1450 π.Χ. ως το 1100 π.Χ.
νεογνικός
νεογνικός, ή, ό νε-ο-γνι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα νεογνά: ~ός: έλεγχος/ίκτερος/τέτανος. ~ή: θνησιμότητα/νοσηρότητα. ~ές: λοιμώξεις. Βλ. βρεφ-, εμβρυολογ-ικός. ● ΣΥΜΠΛ.: νεογνική περίοδος: ΙΑΤΡ. από τη γέννηση του βρέφους μέχρι την εικοστή όγδοη μέρα της ζωής του. [< αγγλ. neonatal, γαλλ. néonatal, 1954]
νεολιθικός
νεολιθικός, ή, ό νε-ο-λι-θι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που σχετίζεται με τη νεολιθική εποχή: ~ός: άνθρωπος/οικισμός/πολιτισμός. ~ά: αγγεία/ειδώλια/εργαλεία/ευρήματα. Βλ. μεσο-, παλαιο-, χαλκο-λιθικός. ● ΣΥΜΠΛ.: νεολιθική εποχή/περίοδος: ΙΣΤ. περίοδος της προϊστορίας που σηματοδοτεί τη μετάβαση από το κυνηγετικό-τροφοσυλλεκτικό στο παραγωγικό στάδιο απόκτησης της τροφής, με κύρια χαρακτηριστικά τη μόνιμη εγκατάσταση και τη μικτή γεωργοκτηνοτροφική οικονομία (περ. 6800-3200 π.Χ. για τον ελλαδικό-αιγαιακό χώρο): αρχαιότερη/πρώιμη/νεότερη/τελική (= χαλκολιθική) ~ ~. Βλ. Εποχή του Χαλκού, χαλκοκρατία., νεολιθική επανάσταση βλ. επανάσταση [< γαλλ. néolithique, αγγλ. neolithic]
παγετώνας
παγετώναςπα-γε-τώ-νας ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΓΕΩΛ. μεγάλος όγκος πάγου που σχηματίστηκε από συσσωρευμένο χιόνι, κινείται με αργό και σταθερό ρυθμό και καλύπτει τεράστιες εκτάσεις της Γης, κυρ. στους πόλους της: ηπειρωτικός/ορεινός ~. Η ρωγμή του ~α. Πολικοί ~ες. Βλ. -ώνας. ● ΣΥΜΠΛ.: περίοδος/εποχές των παγετώνων & εποχή των πάγων: χρονικές περίοδοι της προϊστορίας της Γης κατά τις οποίες μεγάλες εκτάσεις της καλύπτονταν από παγετώνες. Βλ. Πλειστόκαινο. [< γαλλ. périodes glaciaires] [< γαλλ. glacier]
παλαιολιθικός
παλαιολιθικός, ή, ό πα-λαι-ο-λι-θι-κός επίθ. 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. που ανήκει στην παλαιολιθική εποχή ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: άνθρωπος/οικισμός/πολιτισμός. ~ά: εργαλεία/ευρήματα. Βλ. μεσο-, νεο-, χαλκο-λιθικός. 2. (μτφ.-μειωτ.) απαρχαιωμένος, παρωχημένος: ~ές: αντιλήψεις/απόψεις. Πβ. παλιός, πεπαλαιωμένος, πρωτόγονος. ● ΣΥΜΠΛ.: παλαιολιθική εποχή/περίοδος: ΙΣΤ. πρώτη περίοδος της προϊστορίας (περ. πριν από 2,5 εκατομμύρια χρόνια ως το 6.500 π.Χ.) με κύρια χαρακτηριστικά την εμφάνιση λίθινων εργαλείων και τη ζωή του κυνηγού-τροφοσυλλέκτη: κατώτερη/μέση/νεότερη ~ ~. [< γαλλ. paléolithique, αγγλ. pal(a)eolithic]
πέρμιος
πέρμιος, α, ο πέρ-μι-ος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πέρμια περίοδος & πέρμιο (το) (κ. με κεφαλ. Π): ΓΕΩΛ. η πέμπτη και τελευταία περίοδος του παλαιοζωικού αιώνα (πριν από περ. 290.000.000-245.000.000 έτη). Βλ. Τριαδικό. [< αγγλ. Permian, γαλλ. Permien]
πρωτοβυζαντινός
πρωτοβυζαντινός, ή, ό πρω-το-βυ-ζα-ντι-νός επίθ.: ΙΣΤ. που σχετίζεται με την πρωτοβυζαντινή περίοδο: ~ός: ναός. ~ή: τέχνη. Βλ. μεσο-, υστερο-βυζαντινός. ● ΣΥΜΠΛ.: πρωτοβυζαντινή/παλαιοχριστιανική εποχή/περίοδος: η περίοδος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από το 324 ως τις αρχές του 7ου αι. [< γερμ. proto-byzantinisch]
πρωτοελλαδικός
πρωτοελλαδικός, ή, ό πρω-το-ελ-λα-δι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που σχετίζεται με την πρωτοελλαδική εποχή: ~ός: οικισμός/πολιτισμός. ~ό: νεκροταφείο. Βλ. μεσο-, υστερο-ελλαδικός. ● ΣΥΜΠΛ.: πρωτοελλαδική εποχή/περίοδος: η πρώιμη χαλκοκρατία (περ. 3000-2000 π.Χ.) στην ηπειρωτική Ελλάδα. Βλ. πρωτοκυκλαδική εποχή/περίοδος. [< αγγλ. early Helladic, 20ός αι.]
πρωτοκυκλαδικός
πρωτοκυκλαδικός, ή, ό πρω-το-κυ-κλα-δι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που σχετίζεται με την πρωτοκυκλαδική εποχή: ~ός: οικισμός/πολιτισμός. ~ά: αγγεία. Βλ. μεσο-, υστερο-κυκλαδικός. ● ΣΥΜΠΛ.: πρωτοκυκλαδική εποχή/περίοδος: η πρώιμη χαλκοκρατία (περ. 3200-2000 π.Χ.) στις Κυκλάδες. Βλ. πρωτοελλαδική εποχή/περίοδος.
στάδιο
στάδιοστά-δι-ο ουσ. (ουδ.) {σταδί-ου | -ων} 1. ανοιχτός ή κλειστός χώρος διεξαγωγής αθλητικών αγώνων ή σπανιότ. άλλων εκδηλώσεων και συνεκδ. οι θεατές που βρίσκονται σε αυτόν: αρχαίο/δημοτικό/εθνικό/κατάμεστο/ποδοσφαιρικό (βλ. γήπεδο)/υπαίθριο/υπερσύγχρονο ~. (κ. με κεφαλ. Σ) Το Παναθηναϊκό ~ ή ~ (: το Καλλιμάρμαρο ή η περιοχή όπου αυτό βρίσκεται). Το ~ Ειρήνης και Φιλίας. Το Ολυμπιακό ~ (: τμήμα του ΟΑΚΑ). Οι κερκίδες/το πέταλο του ~ου. ~ δέκα χιλιάδων θέσεων. Το ~ καλύπτει τις ανάγκες του κλασικού αθλητισμού. Οι θεατές γέμισαν το ~. Έδωσε συναυλία στο ~ ...|| Ολόκληρο το ~ σηκώθηκε κι άρχισε να χειροκροτεί. Ξεσήκωσε το ~. 2. (μτφ.) καθεμία από τις συγκεκριμένες φάσεις εξελικτικής πορείας· ειδικότ. επαγγελματικός κλάδος που προσφέρει δυνατότητα εξέλιξης: αρχικό/ενδιάμεσο/επόμενο/μεταβατικό/πειραματικό/προηγούμενο/πρώιμο ~. (ΨΥΧΑΝ.) Γεννητικό/πρωκτικό/στοματικό/φαλλικό ~. ~ έγκρισης/ελέγχου/εφαρμογής (προγράμματος)/παραγωγής/σχεδιασμού/υλοποίησης. Το ερευνητικό ~ του διδακτορικού. Τα ~α της εκπαίδευσης/του κύκλου της ζωής/της μάθησης. Διαδοχικά ~α της ανάπτυξης του παιδιού. Νόσος σε προχωρημένο/πρώιμο ~. Η διαδικασία ένταξης διακρίνεται σε/περιλαμβάνει τρία ~α. Πόσο διαρκεί το προκαταρκτικό/προπαρασκευαστικό ~; Το νομοσχέδιο βρίσκεται σε ~ επεξεργασίας. Εμπλέκεται σε όλα τα ~α, από την προετοιμασία μέχρι την ολοκλήρωση. Πβ. περίοδος. Βλ. αναβαθμός, βαθμίδα, σκαλοπάτι.|| Θα ακολουθήσει το διπλωματικό ~. Πβ. σταδιοδρομία. Βλ. προ~. 3. ΝΑΥΤ. μονάδα μήκους ίση με το ένα δέκατο του ναυτικού μιλίου (185,2 μ.). ● ΣΥΜΠΛ.: τελικό στάδιο: τελευταία φάση μιας διαδικασίας: (κατά) το ~ ~ του διαγωνισμού/της έρευνας/των συζητήσεων. Ασθενής ~ού σταδίου/σε ~ ~ (πβ. ετοιμοθάνατος). Σε ~ ~ βρίσκονται οι διαπραγματεύσεις. Πβ. τελική ευθεία. ● ΦΡ.: κατά στάδια: σε διαδοχικές φάσεις, βαθμιαία: χειρουργική αποκατάσταση ~ ~. Η εξαγορά θα γίνει είτε ενιαία είτε ~ ~. ΣΥΝ. σταδιακά ΑΝΤ. απότομα, μονομιάς (1), ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν βλ. ιδού [< αρχ. στάδιον, γαλλ. stade, αγγλ. stadium]
υστεροβυζαντινός
υστεροβυζαντινός, ή, ό [ὑστεροβυζαντινός] υ-στε-ρο-βυ-ζα-ντι-νός επίθ.: ΙΣΤ. που σχετίζεται με την υστεροβυζαντινή εποχή: ~ός: ναός. ~ή: εικόνα/εκκλησιαστική αρχιτεκτονική/τέχνη. Βλ. μεσο-, πρωτο-βυζαντινός. ● ΣΥΜΠΛ.: υστεροβυζαντινή περίοδος/εποχή & υστεροβυζαντινοί χρόνοι: η τελευταία περίοδος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από το 1081 ή, κατά άλλους, το 1204 μ.Χ. έως την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453 μ.Χ.).
υστεροελλαδικός
υστεροελλαδικός, ή, ό [ὑστεροελλαδικός] υ-στε-ρο-ελ-λα-δι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που σχετίζεται με την υστεροελλαδική εποχή. Βλ. μεσο-, πρωτο-ελλαδικός. ● ΣΥΜΠΛ.: υστεροελλαδική εποχή/περιόδος: η Ύστερη Χαλκοκρατία (περ. 1600-1100 π.Χ.) στην ηπειρωτική Ελλάδα. ΣΥΝ. μυκηναϊκή περίοδος/εποχή
υστεροκυκλαδικός
υστεροκυκλαδικός, ή, ό [ὑστεροκυκλαδικός] υ-στε-ρο-κυ-κλα-δι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που σχετίζεται με την υστεροκυκλαδική εποχή. Βλ. μεσο-, πρωτο-κυκλαδικός. ● ΣΥΜΠΛ.: υστεροκυκλαδική εποχή/περίοδος: η Ύστερη Χαλκοκρατία (περ. 1600-1100 π.Χ.) στις Κυκλάδες.
χαλκολιθικός
χαλκολιθικός, ή, ό χαλ-κο-λι-θι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που σχετίζεται με την χαλκολιθική περίοδο: ~ός: οικισμός/πολιτισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: χαλκολιθική εποχή/περίοδος: ΙΣΤ. κατά την οποία συντελείται η μετάβαση από τη Νεολιθική στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού· η Τελική Νεολιθική Περίοδος (4η-3η π.Χ. χιλιετία). [< αγγλ. chalcolithic, 1902, γαλλ. chalcolithique]
χάρις
χάριςχά-ρις ουσ. (θηλ.) {χάριτ-ος | -ες, χαρίτ-ων} (λόγ.): χάρη: η ~ της μουσικής.|| Οφείλω ~ες στους συνεργάτες μου (: τους χρωστώ ευγνωμοσύνη).|| Απονομή ~ος (σε κατάδικο). (ΝΟΜ.) Συμβούλιο ~ων. ● ΣΥΜΠΛ.: η χάρις/χάρη του Θεού/του Αγίου Πνεύματος & η θεία χάρη/χάρις: ΘΕΟΛ. η φανέρωση στον άνθρωπο της άφατης αγάπης του Τριαδικού Θεού, η προσφορά στον ευσεβή πιστό της εύνοιάς Του: σημάδι/σύμβολο της χάριτος του Θεού. Σώθηκε με τη χάρη του Θεού. Η παρουσία της χάριτος του Αγίου Πνεύματος.|| Το δώρο/μεγαλείο/φως της θείας χάρης., οι τρεις Χάριτες: ΜΥΘ. Αγλαΐα, Ευφροσύνη, Θάλεια· (κυρ. κατ' επέκτ.) για τρεις ωραίες κοπέλες που εμφανίζονται μαζί., περίοδος χάριτος & (σπάν.) χαριστική περίοδος 1. χρονικό διάστημα επιείκειας, ανεκτικότητας απέναντι σε κάποιον: Εξαντλήθηκε η ~ ~ της νέας κυβέρνησης.|| Ζήτησε ~ο χάριτος και πίστωση χρόνου. 2. ΝΟΜ. χρονικό διάστημα που ξεκινά από τη λήψη ενός δανείου, κατά το οποίο δεν απαιτείται η καταβολή της δόσης του: άτοκη/έντοκη ~ ~ (μέχρι ένα χρόνο). Ευκολίες πληρωμής με ~ο χάριτος. [< αγγλ. grace period] ● ΦΡ.: κατά χάριν/χάρη: ΕΚΚΛΗΣ. με την επενέργεια της θείας χάριτος. [< μτγν. χάρις]