Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • περιήγηση πε-ρι-ή-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. επίσκεψη σε έναν χώρο, μια περιοχή για ερευνητικούς ή ψυχαγωγικούς λόγους: οργανωμένη/τουριστική ~. ~ στα αξιοθέατα/στο νησί/στην πόλη. ~ με ποδήλατο. Πβ. οδοιπορικό.|| (μτφ.) Εικονική/φωτογραφική/ψηφιακή ~. ~ στην ιστορία. 2. ΔΙΑΔΙΚΤ. άνοιγμα και μελέτη ιστοσελίδων: ασφαλής ~. Πρόγραμμα (= περιηγητής)/ταχύτητα ~ης. Πβ. πλοήγηση, σερφάρισμα. [< 1: μτγν. περιήγησις 2: αγγλ. browsing]