Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • περιπαίζω πε-ρι-παί-ζω ρ. (μτβ.) {περιέπαιξε} (λόγ.): κοροϊδεύω, περιγελώ. Πβ. εμπαίζω. [< μεσν. περιπαίζω]