Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • περνοδιαβαίνω περ-νο-δια-βαί-νω ρ. (αμτβ.) (λαϊκό-λογοτ.): περνώ επανειλημμένα από ορισμένο σημείο. [< μεσν. περνοδιαβαίνω]