Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • περπατησιά περ-πα-τη-σιά ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) περπατηξιά (λαϊκό): ο τρόπος με τον οποίο περπατά κάποιος: βαριά ~. ΣΥΝ. πάτημα (2) [< μεσν. περπατησιά]