Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • πετούνια πε-τού-νια ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες καλλωπιστικό φυτό (οικογ. Solanaceae ή Atropaceae) της Ν. Αμερικής, με μικρά φύλλα και άνθη με πλατιά πέταλα σε σχήμα χοάνης, το οποίο ανθίζει το καλοκαίρι· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο λουλούδι. [< γαλλ. pétunia, ιταλ. petunia]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.