Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • πηγάδι πη-γά-δι ουσ. (ουδ.) {πηγαδ-ιού}: βαθύ όρυγμα, συνήθ. κυλινδρικό, από το βάθος του οποίου αντλείται νερό: πέτρινο ~. Πάτος/στόμιο ~ιού. Στέρεψε το ~. Πβ. φρέαρ. Βλ. μαγγανο-, ξερο-πήγαδο.|| ~ εξόρυξης πετρελαίου. ● ΣΥΜΠΛ.: αρτεσιανό φρέαρ/πηγάδι βλ. αρτεσιανός ● ΦΡ.: στο/σε πηγάδι κατούρησα; (προφ.): έκφραση παραπόνου ή διαμαρτυρίας κάποιου, γιατί τον αποκλείουν από κάτι, τον αδικούν. [< μεσν. πηγάδι(ν) < υποκ. του αρχ. ουσ. πηγή]
  • πηγαδίσιος , ια, ιο πη-γα-δί-σιος επίθ.: που προέρχεται από πηγάδι ή σχετίζεται με αυτό: ~ιο: νερό. Βλ. -ίσιος.

αρτεσιανός

αρτεσιανός, ή, ό [ἀρτεσιανός] αρ-τε-σι-α-νός επίθ.: ΥΔΡΟΓΕΩΛ. συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αρτεσιανό φρέαρ/πηγάδι & αρτεσιανή πηγή: από το οποίο το νερό αναβλύζει με φυσικό τρόπο, χωρίς άντληση. [< γαλλ. puits artésien]

-ίσιος

-ίσιος, ια, ιο (λαϊκό): επίθημα που δηλώνει προέλευση ή γενικότ. σχέση με ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: αλογ~/γουρουν~/κατσικ~/σκυλ~/τραγ~. Bαρελ~/σπιτ~. Βουν~/καμπ~/πελαγ~/ποταμ~. Παλικαρ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.