πηγάδι πη-γά-δι ουσ. (ουδ.) {πηγαδ-ιού}: βαθύ όρυγμα, συνήθ. κυλινδρικό, από το βάθος του οποίου αντλείται νερό: πέτρινο ~. Πάτος/στόμιο ~ιού. Στέρεψε το ~. Πβ. φρέαρ. Βλ. μαγγανο-, ξερο-πήγαδο.|| ~ εξόρυξης πετρελαίου. ● ΣΥΜΠΛ.: αρτεσιανό φρέαρ/πηγάδι βλ. αρτεσιανός ● ΦΡ.: στο/σε πηγάδι κατούρησα; (προφ.): έκφραση παραπόνου ή διαμαρτυρίας κάποιου, γιατί τον αποκλείουν από κάτι, τον αδικούν. [< μεσν. πηγάδι(ν) < υποκ. του αρχ. ουσ. πηγή]
πηγαδίσιος , ια, ιο πη-γα-δί-σιος επίθ.: που προέρχεται από πηγάδι ή σχετίζεται με αυτό: ~ιο: νερό. Βλ. -ίσιος.
αρτεσιανός
αρτεσιανός, ή, ό [ἀρτεσιανός] αρ-τε-σι-α-νός επίθ.: ΥΔΡΟΓΕΩΛ. συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αρτεσιανό φρέαρ/πηγάδι & αρτεσιανή πηγή: από το οποίο το νερό αναβλύζει με φυσικό τρόπο, χωρίς άντληση. [< γαλλ. puits artésien]
-ίσιος
-ίσιος, ια, ιο (λαϊκό): επίθημα που δηλώνει προέλευση ή γενικότ. σχέση με ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: αλογ~/γουρουν~/κατσικ~/σκυλ~/τραγ~. Bαρελ~/σπιτ~. Βουν~/καμπ~/πελαγ~/ποταμ~. Παλικαρ~.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.