Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


πηδώ

πηδώ[πηδῶ] πη-δώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πηδ-άς, -ά κ. -άει ..., -ώντας | πήδ-ηξα κ. -ησα, -ιέμαι, -ήχτηκα, (σπάν.) -η(γ)μένος} & πηδάω 1. τινάσσω με τα πόδια το σώμα μου προς τα πάνω, έτσι ώστε να υψωθεί, για λίγο, από το έδαφος: ~ούσε από πέτρα σε πέτρα. ~ηξε με φόρα/στον αέρα. ~ηξε στη βάρκα/στη στεριά. ΣΥΝ. σαλτάρω.|| ~ηξε για να πιάσει την μπάλα. ~ηξαν (= πετάχτηκαν) στον δρόμο/από τα παράθυρα για να σωθούν. Βλ. ανα~, μετα~, ξε~.|| ~ηξε από το μπαλκόνι/στο κενό/στη θάλασσα (= έπεσε, ρίχτηκε). ~ηξε από το τρένο/το φορτηγό. ~ηξαν με αλεξίπτωτα.|| ~ηξε σε ένα τζιπ (= επιβιβάστηκε) και έγινε άφαντος.|| ~ούν σαν τα κατσίκια (= χοροπηδούν).|| (μτφ.) ~ούσε από το ένα (θέμα) στο άλλο (= πεταγόταν). 2. ξεπερνώ κάτι που βρίσκεται μπροστά μου, κάνοντας άλμα: ~ (πάνω από) ένα εμπόδιο/ένα σκαλοπάτι/τον φράχτη. Πβ. δρασκελίζω, υπερ~. 3. (για αγώνισμα που περιλαμβάνει άλμα) πετυχαίνω συγκεκριμένη επίδοση στο αντίστοιχο άθλημα: ~ μακρύτερα/ψηλότερα από τους άλλους.|| ~ηξε ... μ. στο (άλμα εις) ύψος/στο τριπλούν. 4. (μτφ.-προφ.) παραλείπω, συνήθ. διαβάζοντας: ~ηξε (= έφαγε) μια παράγραφο/σειρά/σελίδα. 5. (αργκό, κυρ. για άνδρα) κάνω έρωτα. ΣΥΝ. απαυτώνω, γαμώ (1) 6. (αργκό) εξουθενώνω: Μάς έχουν ~ήξει (= ξεθεώσει, ξεπατώσει) στη δουλειά. ● Παθ.: πηδιέμαι (μτφ.-αργκό) 1. συνουσιάζομαι. 2. δεινοπαθώ, ταλαιπωρούμαι πολύ. ● ΦΡ.: άντε (και)/ά(ι) γαμήσου/πηδήξου! βλ. γαμώ, μοναχός σου χόρευε κι όσο θέλεις πήδα βλ. χορεύω, πετώ/πηδώ απ' τη χαρά μου/από χαρά βλ. χαρά [< 1, 2: αρχ. πηδῶ]