Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • πικραλίδα πι-κρα-λί-δα ουσ. (θηλ.) & πικρίδα: ΒΟΤ. άγριο φαγώσιμο χόρτο (επιστ. ονομασ. Crepis heldreichiana) με κίτρινα άνθη, το οποίο έχει πικρή γεύση και θεραπευτικές ιδιότητες. Πβ. αγριοράδικο. Βλ. ταραξάκο. ΣΥΝ. πικρομάρουλο, πικροράδικο [< μεσν. πικραλίδα, πικρίδα]

ταραξάκο

ταραξάκοτα-ρα-ξά-κο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. είδος αγριοράδικου (επιστ. ονομασ. Taraxacum officinale) το οποίο έχει φαρμακευτικές ιδιότητες: ρόφημα από ρίζα ~ου. Πβ. πικραλίδα. Βλ. βάλσαμο, εχινάκεια, καλέντουλα. [< νεολατ. taraxacum]