Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 8 εγγραφές  [0-8]


  • πλάκα πλά-κα ουσ. (θηλ.) {πλακ-ών} 1. επιφάνεια από σκληρό υλικό, συνήθ. επίπεδη, ορθογώνια ή τετράγωνη, με μικρό (σχετικά) πάχος, προορισμένη για ποικίλες χρήσεις· (ειδικότ., ΟΙΚΟΔ.) ως υλικό επίστρωσης ή ως βάση στήριξης, θεμελίωσης: εντοιχισμένη (πέτρινη) ~. Τοποθετήθηκε αναμνηστική ~ στο σπίτι του ποιητή. Πβ. πλακέτα. Βλ. πινακίδα, ταφόπλακα. Γυάλινες/μεταλλικές ~ες.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Ανάγλυφες/αναθηματικές/ενεπίγραφες/επιτύμβιες ~ες. Βλ. στήλη.|| (ΟΙΚΟΔ.) Θερμομονωτικές/μαρμάρινες ~ες. ~ες γρανίτη/σκυροδέματος (= τσιμεντόπλακες)/σχιστόλιθου. ~ες δαπέδου/πεζοδρομίου (πβ. άβακες). Επένδυση (τοίχου) με ~ες Καρύστου/Πηλίου. Στέγη με ~ (: επίπεδη, όχι με κεραμίδια). Η αυλή στρώθηκε με ~ες (= πλακοστρώθηκε). Βλ. πλακ-άκι, -ίδιο. (για κτίριο) Η ~ του ισογείου/πρώτου ορόφου. Έπεσε/έριξαν και την τελευταία ~ (: του τελευταίου ορόφου).|| (μτφ., για μέρος του σώματος) Κοιλιά/στήθος ~ (ΣΥΝ. επίπεδος, ίσιος). 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε έχει αντίστοιχο σχήμα: καφετιέρα με θερμαινόμενη ~. Σίδερο με ανοξείδωτη ~. Τοστιέρα με αποσπώμενες αντικολλητικές/κεραμικές ~ες (ψησίματος).|| ~ από σαπούνι. ~ες σοκολάτας (βλ. μπάρα)/χρυσού (= ράβδοι).|| Η ~ του ρολογιού (= καντράν).|| (παλαιότ.) ~ες γραμμοφώνου (= δίσκοι). ~ γραφής και κονδύλι.|| (ΦΩΤΟΓΡ., επιφάνεια πάνω στην οποία αποτυπώνεται η εικόνα) Φωτογραφικές ~ (βλ. φιλμ). (Γυάλινες) αρνητικές ~ες (= αρνητικά).|| (ΙΑΤΡ.) (Ακτινογραφικές) ~ες (= ακτινογραφίες).|| (ΤΥΠΟΓΡ.) Εκτυπωτικές (= τσίγκοι)/τυπογραφικές ~ες. Λιθογραφικές/χαλκογραφικές ~ες.|| (ΦΥΣ.) ~ συσσωρευτή (= ηλεκτρόδιο). 3. αστείο, πείραγμα, φάρσα: αθώα/κακόγουστη/καλοπροαίρετη/χοντρή/χοντροκομμένη ~. Κάνει ~ (= αστειεύεται). Και η ~ έχει τα όριά της. Άσε/κόψε την ~ (και) να μιλήσουμε σοβαρά. Πβ. καζούρα, καλαμπούρι, χαβαλές, φάση.|| Το ρίχνει στην ~ (= το διασκεδάζει).|| Πέρα από την/χωρίς ~ (= για να μιλήσω σοβαρά), δεν θυμάμαι να έχει ξαναγίνει κάτι τέτοιο! 4. ΓΕΩΛ. λιθοσφαιρικό συμπαγές τμήμα του γήινου φλοιού: (βορειο/νοτιο)αμερικανική/ανταρκτική/αφρικανική/ευρασιατική/ινδο-αυστραλιανή ~. Τεκτονική των ~ών. 5. ΙΑΤΡ. μικρή περιοχή που διαφέρει από το υπόλοιπο μιας επιφάνειας: ερυθηματώδης/ινώδης ~. Ψωρίαση κατά ~ες. ● Υποκ.: πλακίτσα (η): στη σημ. 3. ● ΣΥΜΠΛ.: οδοντική πλάκα & μικροβιακή πλάκα & (προφ.) πλάκα: ΙΑΤΡ. κολλώδες, υπόλευκο ή διαφανές στρώμα από βακτήρια και υπολείμματα τροφών που σχηματίζεται σε καθημερινή βάση στην επιφάνεια των δοντιών: ανάπτυξη/δημιουργία/συσσώρευση ~ής ~ας. Απομάκρυνση/αφαίρεση της ~ής ~ας (: με καλό καθαρισμό). Βλ. ουλίτιδα, τερηδόνα, τρυγία. [< γαλλ. plaque dentaire] , τελική κινητική πλάκα & τελική πλάκα: ΙΑΤΡ. περιοχή της μυϊκής ίνας όπου γίνεται η νευρομυϊκή σύναψη., άγραφο χαρτί βλ. άγραφος, αθηρωματική πλάκα βλ. αθηρωματικός, μυκητοειδής πλάκα βλ. μυκητοειδής, σκλήρυνση κατά πλάκας βλ. σκλήρυνση, τεκτονική/λιθοσφαιρική πλάκα βλ. λιθοσφαιρικός ● ΦΡ.: για πλάκα (προφ.): όχι για σοβαρό λόγο ή σκοπό: Το είπα/έκανα ~ ~ (: γι΄αστείο, για να γελάσουμε)., για την πλάκα μου (προφ.): επειδή μου αρέσει, όχι επειδή είναι ανάγκη: Γράφει ~ ~ της (: για χόμπι). Βλ. γουστάρω., κάποιος/κάτι έχει (πολλή) πλάκα (προφ.): είναι πολύ αστείο(ς), διασκεδαστικό(ς), ευχάριστο(ς)., παθαίνω πλάκα (προφ.): μένω αποσβολωμένος, εκπλήσσομαι (ευχάριστα ή δυσάρεστα): Έπαθε ~ όταν το έμαθε. Έχω πάθει την ~ μου/την ~ της ζωής μου μαζί της (= δάγκωσα τη λαμαρίνα, την ερωτεύτηκα)! ΣΥΝ. μένω (7), μένω κάγκελο, παθαίνω κολούμπρα, παθαίνω σοκ (2), παίρνω στην πλάκα κάποιον/κάτι (προφ.): δεν δίνω σημασία, δεν αντιμετωπίζω σοβαρά: Μάς πήραν ~. Το όλο θέμα το έχω πάρει ~ ~., πλάκα πλάκα (προφ.): αστεία-αστεία, εδώ που τα λέμε: ~ ~, δεν τα πήγαμε και άσχημα!, σπάω πλάκα (προφ.): διασκεδάζω, αστειεύομαι: Σπάνε ~ μαζί του/σε βάρος μας. Βλ. χαβαλεδιάζω. , της πλάκας (προφ.): χαμηλής ποιότητας: κοσμήματα/ρούχα/συσκευές ~ ~.|| Κείμενα/συζητήσεις ~ ~ (= ανούσια/ες). Πβ. για γέλια., (έχει) πλάκα τα γαλόνια βλ. γαλόνι2, έχει γούστο/πλάκα (να ...) βλ. έχω, το γύρισε στ' αστείο/στην πλάκα βλ. γυρίζω [< 1,2: μτγν. πλάξ, μεσν. πλάκα, γαλλ. plaque 3: γαλλ. blague 4: αγγλ. plate, 1904, plate tectonics, 1969 5: γαλλ. plaque, αγγλ. patch, plate, plaque]
  • πλακάζ πλα-κάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (κυρ. στην επιπλοποιία) σχάρα ή πλέγμα από πήχεις (ξύλινους ή μεταλλικούς), που επενδύεται συνήθ. με άλλο υλικό (κυρ. κόντρα πλακέ, φορμάικα, καπλαμά) και συνεκδ. η αντίστοιχη επένδυση. [< γαλλ. placage]
  • πλακάκι πλα-κά-κι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ. πλακάκια} : μικρή πλάκα από πηλό για την επένδυση δαπέδων, τοίχων και ενίοτε άλλων επιφανειών: κεραμικά/λευκά/χρωματιστά ~ια. ~ια κουζίνας/μπάνιου. ~ια ματ/πορσελάνης (: γυαλιστερά). ~ια εξωτερικών χώρων (: ανάγλυφα για να μη γλιστρούν). Πάτωμα με ~ια ή μάρμαρο. Τα ~ια έπεσαν/ξεκόλλησαν (από τον σεισμό). Βάζω/περνάω ~ια. Ξηλώνω τα ~ια. Βλ. είδη υγιεινής, μωσαϊκό, υαλότουβλο. ΣΥΝ. πλακίδιο (1) ● ΦΡ.: τα κάνω πλακάκια (με κάποιον) (αρνητ. συνυποδ.): συνεργάζομαι, ακολουθώ κοινή τακτική ή έρχομαι σε συμφωνία με κάποιον, για την εξυπηρέτηση αμοιβαίων συμφερόντων, συνήθ. με σκοπό την αλληλοκάλυψη. Πβ. τα βρίσκω με κάποιον.
  • πλακάς πλα-κάς ουσ. (αρσ.): τεχνίτης που καλύπτει επιφάνειες με πλάκες ή/και πλακάκια ή έμπορος αυτών των υλικών. Βλ. -άς, μαρμαράς. ΣΥΝ. πλακατζής (2)
  • πλακάτ πλα-κάτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πινακίδα, επιγραφή, συνήθ. από χαρτόνι, στηριγμένη πάνω σε κοντάρι, στην οποία αναγράφονται συνθήματα και χρησιμοποιείται κυρ. σε διαδηλώσεις: Οι διαδηλωτές κρατούσαν ~ και σημαίες. Βλ. πανό. ΣΥΝ. πικέτα [< γερμ. Plakat, γαλλ. placard]
  • πλακατζής πλα-κα-τζής ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που συνηθίζει να κάνει αστεία. Πβ. καλαμπουρ-, χαβαλε-, χωρατα-τζής, φαρσέρ. 2. (σπάν.-λαϊκό) πλακάς. Βλ. -τζής.
  • πλακατζίδικος , η, ο πλα-κα-τζί-δι-κος επίθ. (προφ.): αστείος, που προκαλεί γέλιο. Βλ. -τζίδικος.
  • πλακάτο , η, ο πλα-κά-το επίθ./ουσ. (το): ΤΥΠΟΓΡ. ατόφιο χρώμα που εκτυπώνεται ομοιόμορφα. [< ιταλ. placcato]

άγραφος

άγραφος, η, ο [ἄγραφος] ά-γρα-φος επίθ. & (προφ.) άγραφτος & (σπάν.) άγραπτος 1. που δεν έχει (ακόμη) διατυπωθεί σε γραπτό λόγο: ~η: ιστορία/μελέτη.|| (που δεν καταγράφηκε σε επίσημο έγγραφο:) ~ος: όρος. ~η: άδεια/εντολή/συμφωνία. ~ο: καταστατικό/τυπικό. Πβ. προφορικός. Βλ. -γραφος. ΑΝΤ. έγγραφος 2. του οποίου το κύρος πηγάζει από την παράδοση, την ηθική ή τη χρήση, που δεν είναι νομοθετημένος: ~ος: κανόνας. ~η: αρχή. ~ο: δικαίωμα. Πβ. εθιμ-, ηθ-ικός. ΑΝΤ. γραπτός (1) 3. στον οποίο δεν έχει γραφτεί ή εγγραφεί κάτι: ~η: επιφάνεια/κόλλα (πβ. λευκή).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ος: σκληρός δίσκος. ~ο: σιντί. Πβ. άδειος. 4. (για μαθητή) που δεν έχει κάνει τις γραπτές εργασίες του: Πήγε σχολείο ~ κι αδιάβαστος. 5. (σπάν.) που δεν έχει καταγραφεί σε κατάλογο, αδήλωτος. ΑΝΤ. δηλωμένος (2), εγγεγραμμένος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: άγραφο χαρτί & άγραφος πίνακας/χάρτης & άγραφη πλάκα: ΦΙΛΟΣ. η αντίληψη ότι ο νους του ανθρώπου, όταν γεννιέται, είναι κενός, σαν λευκός πίνακας, πάνω στον οποίο εγγράφονται συνεχώς νέες εντυπώσεις, γνώσεις, εμπειρίες. ΣΥΝ. tabula rasa, άγραφος νόμος & άγραφο δίκαιο: κανόνας δικαίου που δεν έχει θεσμοθετηθεί από την Πολιτεία, αλλά έχει καθιερωθεί από την παράδοση, τη συνήθεια, τη θρησκεία: άγραφοι και γραπτοί ~οι. Ήθη, έθιμα και ~οι ~οι. Πβ. εθιμικό δίκαιο. Βλ. φυσικό δίκαιο.|| Ο ~ ~ του ποδοσφαίρου (: η ομάδα που χάνει ευκαιρίες δέχεται τελικά γκολ)/της σιωπής (πβ. ομερτά)/της φυλακής (: οι συγκρατούμενοι δεν επιτρέπουν ούτε συγχωρούν μερικά ειδεχθή εγκλήματα, ασκώντας στον δράστη ψυχολογική βία, που αρκετές φορές τον οδηγεί στην αυτοκτονία). [< γερμ. ungeschriebenes Recht] ● ΦΡ.: (αυτό) είναι απ' τ' άγραφα! (προφ.-εμφατ.): για κάτι μη αναμενόμενο, πρωτάκουστο: Ε, αυτό πια ~ ~ (= πρωτοφανές)! [< αρχ. ἄγραφος, γαλλ. non écrit]

αθηρωματικός

αθηρωματικός, ή, ό [ἀθηρωματικός] α-θη-ρω-μα-τι-κός επίθ. & (σπάν.) αθηρωματώδης: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στο ή προκαλείται από αθήρωμα ή εμφανίζει αθηρωμάτωση: ~ός: δείκτης. ~ή: στένωση. ~ές: αλλοιώσεις.|| (ως ουσ.: πρόσωπο που πάσχει από αθηρωμάτωση). ● ΣΥΜΠΛ.: αθηρωματική πλάκα: ΙΑΤΡ. το στρώμα που δημιουργείται στο εσωτερικό τοίχωμα των αρτηριών λόγω της μακροχρόνιας εναπόθεσης χοληστερόλης, λίπους, ασβεστίου και άλλων στοιχείων του αίματος. ΣΥΝ. αθήρωμα [< γαλλ. athéromateux]

-ας

-ας1. {συνήθ. χωρ. πληθ.} επίθημα αρσενικών ουσιαστικών που χρησιμοποιούνται ως παρωνύμια και δηλώνουν ομοιότητα ή ιδιότητα: κολοκύθ~.|| (επιτατ.) Κεφάλ~. 2. κατάληξη ανισοσύλλαβων ουδέτερων ουσιαστικών: κρέ~/πέρ~/τέρ~.

γαλόνι2

γαλόνι2γα-λό-νι ουσ. (ουδ.) {-ιών, συνήθ. στον πληθ.} (προφ.): διακριτικό των βαθμών της στρατιωτικής ιεραρχίας ραμμένο σε στολή· συνεκδ. αξίωμα, εξουσία: χρυσά ~ια. Πβ. επωμίδα, σαρδέλα, σιρίτι. Βλ. αστέρι, παράσημο. ● ΦΡ.: (έχει) πλάκα τα γαλόνια: (κυρ. για αξιωματικό) έχει μεγάλο βαθμό., ξηλώνω τα γαλόνια (μτφ.-προφ.): απομακρύνω αξιωματικό του στρατού ή γενικότ. αξιωματούχο από τη θέση του, τον καθαιρώ., τι/τζάμπα τα έχουμε/πήραμε/φοράμε τα γαλόνια; & τι τα έχουμε τα πτυχία; (προφ.): ως δήλωση ότι κάποιος διαθέτει πραγματικά μια ικανότητα κι όχι μόνο το όνομα, τη θέση ή τον τίτλο. [< ιταλ. galloni]

γουστάρω

γουστάρωγου-στά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {γούσταρ-α κ. γουστάρ-ιζα, γουστάρ-ισα, -οντας} & (σπάν.) γουστέρνω (λαϊκό): μου προκαλεί ευχαρίστηση, μου αρέσει: ~ τα ταξίδια. ~ (πολύ) που κερδίσαμε (= ευχαριστιέμαι, χαίρομαι). ~ει να διαβάζει βιβλία (= τη βρίσκει). Δεν ~ να μου λες τι να κάνω/να τον βλέπω. Δεν ~ πάρε-δώσε/παρτίδες μαζί του. Έλα, όποτε ~εις (= θέλεις, επιθυμείς). Κάνει ό,τι (του) ~ει (= ό,τι του κάνει κέφι, ό,τι του καπνίσει). (νεαν. αργκό) -Λέμε να πάμε για καφέ, θα έρθεις; -Δεν ~.|| (για πρόσ.) Δεν τον ~ καθόλου (= δεν τον πάω). Τη ~ει (: ενν. ερωτικά). ● ΦΡ.: (κι) άμα σου γουστάρει/άμα γουστάρεις!: (ως κατηγορηματική δήλωση) είτε σου αρέσει είτε όχι: Εγώ πάντως θα πάω κι ~ ~!, έτσι γουστάρω/έτσι μου γουστάρει (προφ.): για να δηλώσει κάποιος ρητά πως θα κάνει αυτό που θέλει: Εγώ ~ ~ και σ' όποιον αρέσει! Φεύγω, επειδή ~ ~!, ό,τι γουστάρεις κι αγαπάς! (εμφατ.): ό,τι θες, ό,τι σου αρέσει: Κάνε ~ ~! [< ιταλ. gustare]

γυρίζω

γυρίζωγυ-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {γύρι-σα, γυρί-στηκε, -σμένος, γυρίζ-οντας} & γυρνώ κ. -άω {-άς ..., -ώντας} 1. περιστρέφω: ~ τους δείκτες του ρολογιού/το κλειδί στην πόρτα/τη σούβλα. Μην ξεχάσεις να ~σεις το ρολόι μια ώρα μπροστά/πίσω.|| Η Γη/ο δορυφόρος ~ει. Μετά το μεθύσι ένιωθα όλα να ~ουν.|| (μτφ.) Η κυβέρνηση ~ει γύρω-γύρω από το πρόβλημα της ανεργίας (: δεν το αντιμετωπίζει ουσιαστικά). 2. στρέφω κάτι προς ορισμένη κατεύθυνση: ~ το βλέμμα.|| Με το που μπήκε στο δωμάτιο, όλοι ~σαν. ~σε στους πίσω και τους έκανε παρατήρηση. Δεν ~σε καν να με κοιτάξει. Τον φώναξα πολλές φορές, αλλά δεν ~σε. ~σε και μου είπε ότι ... Είχε ~σμένο το κεφάλι προς το μέρος της. Κοιμάται ~σμένη στο πλάι. 3. επιστρέφω: ~ από τις διακοπές/τη δουλειά/το εξωτερικό. ~ το βράδυ/την Κυριακή/πίσω. Γυρνώντας σπίτι (= καθώς γύριζα, στον γυρισμό), άκουγα ραδιόφωνο. Τηλεφώνησέ μου μόλις ~σεις. Τι ώρα είναι αυτή που ~σες πάλι; Μόλις τώρα ~σα. Θα ~σω με τα πόδια. (ως ευχή) Καλό ταξίδι και με το καλό να ~σετε! Βλ. ξανα~.|| (μτφ.) Συχνά ~ στα παλιά/στο παρελθόν/στο χθες (πβ. αναπολώ). Φέτος τον χειμώνα η μόδα ~ει (= επανέρχεται) στη δεκαετία του '60.|| Δεν μου ~σε ακόμη τα δανεικά. (στο ποδόσφαιρο) ~σε από αριστερά τη μπάλα στον τερματοφύλακα. 4. αναποδογυρίζω: ~ τα αβγά/την ομελέτα.|| Ο γιακάς σου έχει ~σει (: έχει έρθει το μέσα έξω). 5. αλλάζω: ~ κανάλι/πλευρό/σελίδα.|| (μτφ.) ~ουν τα πράγματα. ~σε η κατάσταση/η τύχη. Ο καιρός ~σε (σε βοριά/νοτιά). Πβ. μεταβάλλομαι. 6. περιφέρομαι, τριγυρίζω: ~ει όλο το βράδυ στους δρόμους/σε μπαράκια. ~ει με τον ένα και με τον άλλο (: βγαίνει, έχει ερωτική σχέση). Οι μασκαράδες γύριζαν από σπίτι σε σπίτι. Πού ~ες όλη μέρα; ~ει εδώ κι εκεί.|| Το νησί είναι πανέμορφο, αξίζει να το ~σετε (: να κάνετε τον γύρο του, βλ. περπατώ.). ~σε όλο τον κόσμο (: ταξίδεψε παντού).|| Μας ~σαν σε μουσεία, καταστήματα, ταβέρνες (= ξενάγησαν, πήγαν). 7. κινηματογραφώ: ~ ένα ντοκιμαντέρ/ένα σίριαλ/ταινία. Το φιλμ ~στηκε το 1970. Βλ. κακο-, καλο-γυρισμένος. ● ΦΡ.: γυρίζω με άδεια χέρια (προφ.): επιστρέφω άπρακτος: Πήγε για κυνήγι, αλλά γύρισε ~ ~., γυρίζω το μέσα έξω: βγάζω έξω αυτό που βρίσκεται από μέσα, αναστρέφω, αντιστρέφω: Γύρισε τα γάντια ~ ~., γυρίζω το παιχνίδι & το παιχνίδι γυρίζει: (κυρ. στο ποδόσφαιρο) για ανατροπή του σκορ και συνήθ. νίκη της ομάδας ή του παίκτη που έχανε προηγουμένως., μου γυρίζει/μου ανακατεύεται το στομάχι/μου γυρίζουν τ' άντερα (μτφ.-προφ.): με ενοχλεί υπερβολικά, μέχρι αηδίας: ~ ~ μόνο που το σκέφτομαι!, να πάει και να μη γυρίσει!: (αποτρεπτικά) για εξαιρετικά δυσάρεστο συμβάν., ρόδα είναι και γυρίζει/γυρίζει ο τροχός: για το ευμετάβλητο της τύχης. Πβ. έχει ο καιρός γυρίσματα., το γύρισε στ' αστείο/στην πλάκα (προφ.): έστρεψε τη συζήτηση προς το αστείο., το γύρισε στο σοβαρό (προφ.): έστρεψε την κουβέντα σε σοβαρά θέματα ή πήρε σοβαρό ύφος., το/τα γυρίζω (μτφ.-προφ.): αλλάζω γνώμη ή συνήθεια: Ενώ αρχικά είπε ότι θα με βοηθήσει, μετά μου τα γύρισε.|| Το ~σε (= στράφηκε) στη μαγειρική τώρα., τώρα που γυρίζει (προφ.): (ως προτροπή) σε περιπτώσεις που η έκβαση δεν έχει ακόμη κριθεί και οι προοπτικές είναι ανοιχτές: Έλα παίξε ~ ~ (: ενν. η ρουλέτα και γενικότ. σε τυχερά παιχνίδια)! Πάρτε προσκλήσεις ~ ~!, αλλάζει/γυρίζει το γούρι βλ. γούρι, αλλάζω/γυρίζω (την) κουβέντα/(τη) συζήτηση βλ. αλλάζω, αλλάζω/γυρίζω σε κάποιον μυαλά/κεφάλι/ιδέες βλ. αλλάζω, γυρίζει σαν (τη) σβούρα βλ. σβούρα, γυρίζει σαν την άδικη κατάρα βλ. κατάρα, γυρίζει/βουίζει το κεφάλι μου βλ. κεφάλι, γυρίζω/ανοίγω (μια) νέα σελίδα βλ. σελίδα, γυρίζω/στρέφω και το άλλο μάγουλο βλ. μάγουλο, γυρίζω/στρέφω/δείχνω την πλάτη/τα νώτα μου σε κάποιον/κάτι βλ. πλάτη, η τύχη μού γυρίζει την πλάτη βλ. τύχη, θα γυρίσει ο τροχός, θα χορτάσει κι ο φτωχός βλ. χορταίνω, ο κόσμος γύρισε ανάποδα/ήρθε τα πάνω κάτω βλ. κόσμος, όταν εσύ πήγαινες, εγώ ερχόμουν/γύριζα/γυρνούσα βλ. πηγαίνω & πάω, πολλές φορές πάει η στάμνα για νερό, μία πάει και δε(ν) γυρίζει βλ. στάμνα, το ποτάμι δε(ν) γυρίζει πίσω βλ. ποτάμι [< μεσν. γυρίζω, γαλλ. tourner, αγγλ. turn]

έχω

έχω[ἔχω] έ-χω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παρατ. είχα, έχ-οντας} 1. κατέχω, διαθέτω ή κρατώ πάνω μου: ~ αυτοκίνητο/κατοικίδιο/λεφτά/μαγαζί/μετοχές/περιουσία/σπίτι (= είμαι ιδιοκτήτης).|| (προφ.) Τα ’χει (= είναι πλούσιος).|| ~ δίπλωμα/πτυχίο. ~ μεγάλη θέση στην εταιρεία. Δεν ~ δουλειά (= είμαι άνεργος). Δεν είχα ευκαιρίες στη ζωή μου. ~ δικαιοδοσία/πρόσβαση σε κάτι/το ελεύθερο για κάτι. Δεν ~ άποψη επί του θέματος. ~εις λίγο χρόνο; Δεν ~ χρόνο για χάσιμο. ~εις άδικο/δίκιο. Δεν ~ει τα λογικά του (: τα έχει χάσει). Η θεραπεία δεν ~ει αποτέλεσμα/πιθανότητες επιτυχίας. Το επάγγελμα αυτό δεν ~ει ενδιαφέρον/μέλλον/προοπτικές. Δεν ~ουμε επαρκή στοιχεία/πληροφορίες. Θα ~ουμε τον κόσμο στο πλευρό μας.|| ~εις χρήματα/ψιλά πάνω σου (πβ. βαστώ); ~εις μαζί σου ομπρέλα/τις σημειώσεις/καμιά φωτογραφία του/χαρτομάντιλα; ~εις φωτιά (= αναπτήρα); ~ετε ώρα (= τι ώρα είναι); Λυπάμαι, δεν ~ ώρα (= ρολόι). Πρόσεχε! ~ει όπλο. Δεν είχες (= φορούσες) παλτό; ~ει τατουάζ στο χέρι. Ποιος ~ει τσίχλα (να μου δώσει); ΑΝΤ. στερούμαι 2. (για χαρακτηριστικό ή ιδιότητα) διαθέτω: Ο άνθρωπος ~ει δύο αυτιά. Τα μαλάκια δεν ~ουν κέλυφος. Τι ηλικία/μάτια (ενν. χρώμα)/ύψος ~ει; ~ει μακριά δάχτυλα/μουστάκι/ωραία μύτη. Δεν ~ει μαλλιά (= είναι φαλακρός)/μάτια (= είναι τυφλός). Τα ~ει όλα, δεν της λείπει τίποτε (για υλικά ή ψυχικά αγαθά, ευτυχία). ~ει άνεση/γούστο (= καλαισθησία)/εξυπνάδα/καλοσύνη/θράσος/ομορφιά/πείσμα/πλάκα/ταλέντο. Δεν ~ το θάρρος να τον αντιμετωπίσω. Δεν ~ει φωνή (ενν. καλή, μελωδική). ~ει γλώσσα (= είναι αυθάδης). ~ει παρελθόν (= έχει ζήσει πολλά). Κάθε άνθρωπος ~ει τις ιδιοτροπίες/τις παραξενιές του. Το ~ει αυτό, να μην σε αφήνει να μιλάς. Τι χρώμα ~ει το πουκάμισο; Ο κύβος ~ει τρεις διαστάσεις. Η ταινία ~ει δράση. Το σπίτι ~ει κεντρική θέρμανση. Η πόλη δεν ~ει τουριστική υποδομή. Τα δέντρα δεν ~ουν πια φύλλα (= έχουν πέσει). Βλ. παρα~.|| (για έθιμα) Έτσι το ~ουμε (= συνηθίζουμε) στα μέρη μας. 3. ως απολεξικοποιημένο ρήμα: ~ απαίτηση (= απαιτώ)/το δικαίωμα (= δικαιούμαι)/σκοπό (= σκοπεύω)/τη συνήθεια (= συνηθίζω)/την υποχρέωση ή το χρέος (= υποχρεούμαι)/φιλοδοξία (= φιλοδοξώ) (+ να). ~ αγωνία (= αγωνιώ)/ανησυχία (= ανησυχώ)/αμφιβολίες (= αμφιβάλλω)/απορία ή απορίες (= απορώ)/ελπίδα ή ελπίδες (= ελπίζω)/ενδιαφέρον (= ενδιαφέρομαι)/ευθύνη (= ευθύνομαι) για κάτι. ~ εμπιστοσύνη σε ... (= εμπιστεύομαι). ~ γιορτή (= γιορτάζω)/πένθος (= πενθώ). ~ αγώνα αύριο (= αγωνίζομαι). ~ επιρροή πάνω του (= επηρεάζω). Τι σχέδια ~εις (= σχεδιάζεις); ~ει τη φήμη του δύσκολου (= φημίζεται για). Τα λεφτά ~ουν αξία (= αξίζουν). Οι δυο υποθέσεις δεν ~ουν σχέση μεταξύ τους (= δεν σχετίζονται). Κάθε πράγμα ~ει αρχή (= αρχίζει) και τέλος (= τελειώνει). ~ουμε διαφορές (= διαφέρουμε ή διαφωνούμε). Στο μέλλον θα ~ουμε αλλαγές/ανακατατάξεις (= θα αλλάξουν τα πράγματα). ~ουμε συζητήσεις (= συζητάμε). Αύριο ~ουμε απεργία (= απεργούμε). 4. κρατώ, φυλάω κάτι σε κάποιον χώρο ή σε συγκεκριμένη θέση, διατηρώ σε ορισμένη κατάσταση: ~ γάλα στο ψυγείο/τα λεφτά στην τράπεζα. Πού τα ~εις (ενν. κρύψει) τα κλοπιμαία;|| ~ τα παιδιά στους παππούδες (= αναθέτω τη φύλαξη).|| Τον ~ουν στην Ασφάλεια/μέσα (ενν. στη φυλακή)/υπό κράτηση/υπό περιορισμό. ~ει τον γιο της στην εντατική (= νοησηλεύεται).|| Μην ~εις τα μάτια κλειστά! Είχε το κεφάλι σκυφτό.|| (μτφ.) Τα ~ όλα υπό έλεγχο. Να το ~εις υπόψη σου. ~ει έτοιμη τη δικαιολογία. 5. σχετίζομαι με πρόσωπο με συγκεκριμένο τρόπο: ~ αδέρφια/οικογένεια/παιδιά/πολλούς γνωστούς/συγγενείς/σύζυγο/φίλους. Δεν ~ σχέση/φίλο (= ερωτικό δεσμό, σύντροφο). Τον είχα δάσκαλο/μαθητή/υπάλληλο. Δεν ~ γονείς (= είμαι ορφανός)/κανέναν στη ζωή (= είμαι μόνος). Μόνο εσένα ~. -Την Ελένη τι την ~εις; -Ξαδέρφη. Είχα πάντα κοντά μου τους δικούς μου (: με στήριζαν, βοηθούσαν). ~ έναν καλό γιατρό (= γνωρίζω) να σου συστήσω. 6. {τριτοπρόσ.} περιέχει· (συνήθ. απρόσ.) υπάρχει: Τι ~ει το ντουλάπι; Η θάλασσα ~ει τσούχτρες. Το βουνό δεν ~ει δέντρα (= είναι γυμνό). Η αίθουσα είχε πολύ κόσμο. Το γράμμα δεν ~ει διεύθυνση/υπογραφή (πβ. φέρω).|| Δεν ~ει ψωμί στο σπίτι. ~ει θέση για μένα; Εδώ είχε κάποτε ένα ποταμάκι. Τι (φαγητό) ~ει/~ουμε σήμερα; Δεν ~ει/ουμε νερό ούτε ρεύμα (σε περίπτωση διακοπής). Αύριο δεν ~ει μετρό και τρένο λόγω της απεργίας. Δεν τελείωσα, ~ει και συνέχεια! 7. {τριτοπρόσ.} αποτελούμαι από, περιλαμβάνω: Πόσα δωμάτια ~ει το διαμέρισμα; Η μέρα ~ει εικοσιτέσσερις ώρες. Πόσα μέλη ~ει ο σύλλογος; 8. παρέχω, προσφέρω: ~ει λύση για κάθε πρόβλημα. Η εταιρεία ~ει δύο δρομολόγια την εβδομάδα. Μας είχε πλούσιο τραπέζι. Τι ~ουν οι κινηματογράφοι σήμερα (ΣΥΝ. παίζουν, προβάλλουν); Σε λίγο ~ει ειδήσεις. Η τηλεόραση δεν ~ει τίποτα (: δεν δείχνει κάτι αξιόλογο) σήμερα. 9. παίρνω λαμβάνω ή δέχομαι: ~ γράμμα. ~εις τον λόγο μου. Δεν ~ νέα της. Πότε μπορώ να ~ απάντηση; Είχα μία αναπάντητη κλήση (στο κινητό)/μια πρόσκληση για χορό. Είχες δύο τηλεφωνήματα. (για να ζητήσουμε κάτι ευγενικά:) Μπορώ να ~ το αλάτι, παρακαλώ;|| ~ επισκέψεις/καλεσμένους/κόσμο/ξένους (στο σπίτι). 10. (+ για/σαν/ως) θεωρώ, χρησιμοποιώ: ~ κάποιον για παράδειγμα/πρότυπο. Το ~ για γρουσουζιά να ... Δεν τον ~ ικανό να έκανε τέτοιο πράγμα. Δεν με ~ει άξιο για τίποτα. Εύκολο το ~εις να κάνω διαίτα; ~ει σίγουρη την επανεκλογή του. Το ~ει καμάρι που ... Την είχα για φίλη. Τον ~ει σαν θεό. Το είχε σαν παιδί της. Πβ. νομίζω, πιστεύω.|| Τον ~ για τις δύσκολες δουλειές. ~εις κάτι για πανωφόρι; Πβ. μεταχειρίζομαι. 11. νιώθω, αισθάνομαι: ~ διάθεση/κέφια/πικρία/πόνο στην καρδιά/φιλικά αισθήματα για κάποιον. Του 'χω μεγάλη αγάπη (= τον αγαπώ πολύ)/αδυναμία. 12. πάσχω, υποφέρω: ~ει την καρδιά του (= είναι καρδιοπαθής)/μυωπία. -Τι ~εις; -~ βήχα/γρίπη/πονοκέφαλο/πυρετό/το στομάχι μου (= με πονάει)/συνάχι/φαγούρα.|| (για βλάβη, δυσλειτουργία) Κάτι ~ει το μηχάνημα και βουίζει. 13. βρίσκομαι σε μία κατάσταση και (ειδικότ. για καιρικές συνθήκες, χρονική στιγμή) επικρατεί, συμβαίνει κάτι: ~ διακοπές. ~ει δυσκολίες (συνήθ. οικονομικές)/πρόβλημα. Αύριο δεν ~ουμε σχολείο. ~ουμε Αρχαία (: ως σχολικό μάθημα). Ελπίζω να μην ~ουμε καμιά δυσάρεστη έκπληξη. Πριν ένα μήνα είχε νέο καρδιακό επεισόδιο (ΣΥΝ. παθαίνω, υφίσταμαι). Τα πράγματα ~ουν ως εξής: ...|| Φέτος θα ~ουμε καύσωνα/δύσκολο χειμώνα. Τι (μέρα) ~ουμε σήμερα; Πόσες του μηνός ~ουμε;/Πόσες ~ει ο μήνας;|| {απρόσ.} ~ει αέρα (πβ. φυσά)/ήλιο/ζέστη/κρύο/κύμα (ενν. η θάλασσα)/λιακάδα/παγωνιά (πβ. κάνει)/συννεφιά. Έξω ~ει σαράντα βαθμούς. Απόψε ~ει φεγγάρι. ~ει πολλή κάπνα εδώ μέσα. Την Κυριακή ~ει παζάρι στο κέντρο. 14. πουλώ προϊόν σε συγκεκριμένη τιμή και (στο γ' πρόσ., για προϊόν) κοστίζει, στοιχίζει: Πόσο τις ~εις τις ντομάτες; Τις ~ουν πιο φτηνές στο σούπερ-μάρκετ. ~ετε παγωτό φράουλα;|| Αυτό το φόρεμα ~ει (= κάνει, αξίζει) ... ευρώ. 15. (+ ουσ. παράγωγο ρήματος ή πρόταση) πρέπει, θέλω, μπορώ, ξέρω, υπάρχει, πρόκειται: (+ ουσ.) ~ δουλειά/μάθημα/σιδέρωμα (: οφείλω, σκοπεύω να κάνω κάτι).|| (+ να) ~ να πάρω το παιδί από το σχολείο. Δεν ~εις (= δεν χρειάζεται) να δώσεις λογαριασμό σε κανέναν.|| ~ κάτι να σας πω. ~εις κάτι να απαντήσεις/προσθέσεις/ρωτήσεις; ~εις (= θες) κάτι άλλο (ενν. να αναφέρεις, να πεις);|| Δεν ~εις κάτι καλύτερο να κάνεις;|| (+ πλάγια ερώτηση) Δεν ~ πού να πάω/τι να κάνω/τι να πω. Πβ. γνωρίζω.|| (+ να) Δεν ~ να κρύψω/πω τίποτε! Δεν ~ τίποτα να κερδίσω/φοβηθώ/χάσω! Δεν ~ κανέναν να μιλήσω. Δεν ~ουμε κάτι να χωρίσουμε.|| {απρόσ.}(+ να) ~ει να (= θα) γίνει το έλα να δεις/χαμός!|| (απειλητ.) Δεν ~εις (= δεν επιτρέπεται) να πας πουθενά! 16. κάνω ή δεν έχω κάνει κάτι για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (+ να/που + χρον. προσδιορισμό): ~ να κοιμηθώ/να φάω τρεις μέρες. ~ να τη δω μήνες. ~ καιρό/κάτι χρόνια να παίξω μπάλα. ~εις πέντε λεπτά να αποφασίσεις. ~ τρία χρόνια που κάνω σκι. ~ει ώρα που έφυγε/δεν φάνηκε. 17. ως βοηθητικό ρ. για τον σχηματισμό των περιφραστικών χρόνων: Το βιβλίο δεν ~ει ολοκληρωθεί ακόμη. Θα μπορούσαν να ~ουν συμβεί χειρότερα. Όταν έφτασα, είχε φύγει. Θα ~εις τελειώσει, ώσπου να έρθω; 18. με απρόσ. εκφράσεις (+ ότι/να): Αξία/σημασία ~ει ότι αγαπιέστε. Δεν ~ει νόημα να μπούμε σε λεπτομέρειες. ● ΦΡ.: (δεν) έχει να κάνει που (προφ.): (δεν) παίζει ρόλο: Δεν ~ ~ δεν έχεις λεφτά, κερνάω εγώ., από δω τον είχα, από κει τον είχα (προφ.): για επίμονη προσπάθεια να πείσει κανείς κάποιον: ~ ~, τον κατάφερα τελικά/του το πούλησα., αυτά έχει/έχουν ...: έτσι είναι (η κατάσταση): ~ ~ει η δημοσιότητα/η ζωή. ~ ~ουν τα γεράματα. Πβ. έτσι/αυτός είναι ο κόσμος!, δεν έχει (προφ.): για δυνατότητα που αποκλείει, απαγορεύει κάποιος, δεν υπάρχει: ~ ~ άλλο, αρκετά. (σε παιδιά) Απόψε ~ ~ τηλεόραση, αν δεν κοιμηθείτε το μεσημέρι! ~ ~ γιατί! Γιατί έτσι λέω εγώ! ~ ~ "δεν μπορώ", μπορείς και παραμπορείς! Α, όλα κι όλα, ~ ~ (= δεν επιτρέπονται) τέτοια!, δεν έχω παρά να: για να δηλωθεί ότι κάτι είναι πολύ απλό, χρειάζεται μόνο να: Για να μπεις μέσα, δεν ~εις ~ στρίψεις το κλειδί., δεν το έχω σε πολύ/σε τίποτα: για ενέργεια που γίνεται χωρίς δισταγμό ή δυσκολία: Δεν το έχει ~ να μας εκθέσει μπροστά στον κόσμο. ΣΥΝ. δεν (μου) κοστίζει τίποτα να, είχα δεν είχα (προφ.) 1. για αναμενόμενη συμπεριφορά κάποιου: Είχε δεν είχε, τα κατάφερε πάλι! 2. μόλις και μετά βίας, ούτε καν: Όταν έφυγε από το πατρικό του, είχε δεν είχε κλείσει τα δεκατρία., έχει γούστο/πλάκα (να ...) (προφ.) 1. για κάτι ευχάριστο, διασκεδαστικό: ~ ~ να παίζεις στη θάλασσα! 2. για κάποιο δυσάρεστο ή ανεπιθύμητο ενδεχόμενο: ~ ~ να άκουσε όσα είπαμε/να με δουλεύει! -Λες να χάσουμε το πλοίο; -~ ~! Πβ. για φαντάσου., έχουμε και λέμε (προφ.): για να συνοψίσουμε, να λογαριάσουμε ή γενικότ. να αναφερθούμε σε ένα σύνολο στοιχείων: Λοιπόν, ~ ~, μαγιό, πετσέτα, ομπρέλα και είμαστε έτοιμοι για παραλία., έχω δεν έχω (προφ.): για κάτι που πρέπει να γίνει, ανεξάρτητα από την οικονομική δυνατότητα κάποιου: ~εις ~εις, πρέπει να τον βοηθήσεις., έχω κάτι/τα έχω με κάποιον (προφ.): είμαι δυσαρεστημένος, ενοχλημένος, θυμωμένος, προβληματισμένος: ~εις κάτι εναντίον μου/με μένα; Κάτι ~εις και δεν μου λες. Δεν ~ τίποτα (: κανένα πρόβλημα, είμαι καλά). Τα ~ει μαζί μου γιατί ...|| Τι ~εις (= σου συμβαίνει);, έχω να κάνω (με) (προφ.): έχω σχέση, σχετίζομαι με: Η δουλειά μου έχει να κάνει με παιδιά/με τη φιλολογία. Δεν ξέρεις με ποιον έχεις να κάνεις. Το θέμα δεν έχει τίποτα να κάνει με σένα (= είναι άσχετο, δεν σε αφορά)., έχω να το λέω (εμφατ.): για να τονιστεί η σημασία των λεγομένων: ~ ~, έμαθα πολλά πράγματα δίπλα του., έχω παρτίδες/πάρε-δώσε/νταραβέρια (κυρ. αρνητ. συνυποδ.): συναλλάσσομαι, σχετίζομαι με κάποιον: ~ει ~ με τη μαφία/τον υπόκοσμο. Δεν θέλει να ~ει ~ ~ μαζί τους. Με ποιον ~ει νταραβέρια είναι δικό της θέμα., έχω τα χάλια/τις μαύρες/τις κακές/τις κλειστές μου & είμαι στις μαύρες/στις κακές μου (προφ.): βρίσκομαι σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση: Μην του μιλάς σήμερα, έχει ~ του. Βλ. στις καλές μου., όλα τα είχαμε, (αυτό μας έλειπε) (ειρων.): για δυσκολία που προστίθεται σε ήδη υπάρχουσες., τα έχω με κάποιον & τα έχουμε (προφ.): είμαστε ζευγάρι., την έχω καλά/άσχημα (προφ.): βρίσκομαι σε ευχάριστη/δυσάρεστη, δύσκολη θέση, σε κίνδυνο: Εγώ την ~ καλά, εσείς να δω πώς θα τη γλιτώσετε! Αν τον πιάσουνε, την ~ει (πολύ) άσχημα!, τι είχαμε, τι χάσαμε (προφ.): σε περιπτώσεις που δεν μεταβάλλεται μία κατάσταση, ανεξάρτητα από αυτόν ή αυτό που αποχωρεί, παύει να υφίσταται, να λειτουργεί. Πβ. ούτε γάτα ούτε ζημιά., τι έχει και τι δεν έχει (εμφατ.): για να δηλωθεί η κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος: Δεν μπορώ να ξέρω/δεν με ενδιαφέρει ~ ~ ο καθένας τους., το έχω σε καλό/σε κακό να ...: θεωρώ κάτι καλοτυχία/κακοτυχία., το 'χω (νεαν. αργκό): το έχω κατανοήσει, το κατέχω., τον έχω (νεαν. αργκό): τον νικώ, υπερέχω: ~ ~ χαλαρά., ως έχει (λόγ.) & όπως έχει: ακριβώς όπως είναι: Θα ήθελα να μου περιγράψεις την κατάσταση ~ ~. Η διάταξη διατηρείται/παραμένει ~ ~. Να μου πεις την αλήθεια ~ ~., (δεν) έχω την ανάγκη (κάποιου)/(δεν) έχω ανάγκη από (κάτι)/(δεν) τον έχω ανάγκη βλ. ανάγκη, (έχω) ελαφρύ χέρι βλ. χέρι, (και/κι) ο μήνας έχει εννιά βλ. εννέα, (κι/για) αύριο έχει ο Θεός βλ. αύριο, (πρόσεχε/έχε κάποιον/κάτι) σαν τα μάτια σου βλ. μάτι, άμα/όταν έχεις τέτοιους φίλους, τι τους θέλεις τους εχθρούς; βλ. φίλος, βάζω/έχω (κάποιον/κάτι) στο μάτι βλ. μάτι, δεν έχει αρχή και τέλος βλ. αρχή, δεν έχει μαντίλι να κλάψει βλ. μαντίλι, δεν έχει όμοιο/όμοια βλ. όμοιος, δεν έχει όρια/όριο βλ. όριο, δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο βλ. ιερός, δεν έχει στον ήλιο μοίρα βλ. ήλιος, δεν έχει το Θεό του βλ. θεός, δεν έχει τσίπα (επάνω/πάνω του) βλ. τσίπα, δεν έχει τύχη βλ. τύχη, δεν έχει ψωμί να φάει βλ. ψωμί, δεν έχω θέση κάπου βλ. θέση, δεν έχω ιδέα βλ. ιδέα, δεν έχω μάτια (γι' άλλον) βλ. μάτι, δεν έχω μάτια να δω βλ. μάτι, δεν έχω μία βλ. ένας, μία/μια, ένα, δεν έχω ξυπνημό βλ. ξυπνημός, δεν έχω τα μέσα βλ. μέσο, δεν έχω τίποτα εναντίον (του) βλ. τίποτα, δεν έχω τίποτα να χάσω βλ. τίποτα, δεν έχω φράγκο βλ. φράγκο, δεν έχω/δεν βρίσκω λόγια βλ. λόγια, δεν θα έχω καλά ξεμπερδέματα/θα έχω κακά/άσχημα ξεμπερδέματα βλ. ξεμπέρδεμα, δεν ξέρει τι έχει βλ. ξέρω, είμαι/έχω λάσκα βλ. λάσκος, είμαι/έχω υπηρεσία βλ. υπηρεσία, είναι/το έχω στο αίμα μου βλ. αίμα, είναι/τον έχω του χεριού μου βλ. χέρι, εύκολο το' χεις; βλ. εύκολος, έχε χάρη ... βλ. χάρη, έχει (γερές) πλάτες βλ. πλάτη, έχει (γερό/μεγάλο) δόντι βλ. δόντι, έχει (μεγάλη) πέραση βλ. πέραση, έχει άκρες βλ. άκρη, έχει διπλό ρόλο βλ. διπλός, έχει ζουμί βλ. ζουμί, έχει καλώς βλ. καλώς, έχει κώλο βλ. κώλος, έχει μεγάλο στόμα βλ. στόμα, έχει μπάρμπα στην Κορώνη βλ. μπάρμπας, έχει να κάνει βλ. κάνω, έχει να πει κάτι/έχει κάτι να πει βλ. λέω, έχει ο Θεός βλ. θεός, έχει ο καιρός γυρίσματα βλ. καιρός, έχει ρεύμα βλ. ρεύμα, έχει τα ρούχα της βλ. ρούχο, έχει το γενικό πρόσταγμα βλ. πρόσταγμα, έχει το(ν) διά(β)ολο μέσα του βλ. διάβολος, έχει τον αμάζευτο βλ. αμάζευτος, έχει τον τρόπο του βλ. τρόπος, έχει χάζι βλ. χάζι, έχει ψωμί/φαΐ βλ. ψωμί, έχει/υπάρχουν κ(α)ι αλλού πορτοκαλιές (που κάνουν πορτοκάλια) βλ. πορτοκαλιά, έχεις πρόβλημα; βλ. πρόβλημα, έχετε/θα είχατε την καλοσύνη να ... ;/αν έχετε την καλοσύνη, ... βλ. καλοσύνη, έχουμε μέλλον βλ. μέλλον, έχω (καλό) χέρι βλ. χέρι, έχω (κάποιον) από δίπλα/από κοντά βλ. δίπλα, έχω (κάποιον)/έχει μπει (κάποιος) (μες) στην καρδιά μου βλ. καρδιά, έχω (κάποιον/κάτι) περί πολλού βλ. περί, έχω (μαύρα/βαθιά) μεσάνυχτα βλ. μεσάνυχτα, έχω (όλη/ολόκληρη) τη μέρα δική μου βλ. μέρα, έχω (όλη/ολόκληρη) τη μέρα μπροστά μου βλ. μέρα, έχω άδεια βλ. άδεια, έχω άστρο/αστέρι βλ. άστρο, έχω κάποιον άχτι βλ. άχτι, έχω κάποιον δεμένο βλ. δένω, έχω κάποιον στα όπα όπα βλ. όπα, έχω κάποιον στην τσέπη/στο τσεπάκι μου βλ. τσέπη, έχω κάποιον στο χέρι (μου) βλ. χέρι, έχω κάποιον/κάτι στο μυαλό μου βλ. μυαλό, έχω κάτι άχτι βλ. άχτι, έχω λαμβάνειν βλ. λαμβάνειν, έχω λόγο βλ. λόγος, έχω μόνο δύο/δυο χέρια! βλ. χέρι, έχω μπέσα βλ. μπέσα, έχω μπλεξίματα/μπελάδες/φασαρίες/τραβήγματα/ντράβαλα βλ. μπλέξιμο, έχω να (το) λέω βλ. λέω, έχω πολλά/πολλές σκοτούρες στο κεφάλι μου βλ. κεφάλι, έχω προ οφθαλμών (κάτι) βλ. οφθαλμός, έχω προηγούμενα (μαζί) με κάποιον βλ. προηγούμενο, έχω ρέντα βλ. ρέντα, έχω σε υπόληψη βλ. υπόληψη, έχω στο(ν) νου μου/κατά νου (κάποιον/κάτι) βλ. νους, έχω σώας τας φρένας βλ. σώος, έχω τ' αυτιά/τα μάτια μου ανοιχτά βλ. ανοιχτός, έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα/τέσσερα βλ. μάτι, έχω την αξίωση να βλ. αξίωση, έχω την τιμητική μου βλ. τιμητικός, έχω την τύχη με το μέρος μου βλ. τύχη, έχω το(ν) νου/το μυαλό μου σε κάποιον/κάτι βλ. νους, έχω υπόψη βλ. υπόψη, έχω/κάνω κενό βλ. κενό, έχω/κρατάω (κάποιον) σούζα βλ. σούζα, έχω/λέω την τελευταία λέξη/τον τελευταίο λόγο/την τελευταία κουβέντα βλ. λέξη, έχω/με πιάνουν τα διαόλια μου βλ. διαόλια, έχω/περνάω (μεγάλο) ζόρι/(μεγάλα) ζόρια βλ. ζόρι, η τιμή τιμή δεν έχει (και χαρά στον που την έχει) βλ. τιμή, και οι ... έχουν ψυχή βλ. ψυχή, κάνω κουμάντο/έχω το κουμάντο βλ. κουμάντο, κάνω σε κάποιον το τραπέζι/έχω τραπέζι βλ. τραπέζι, κάπως έτσι είναι/έχουν τα πράγματα βλ. κάπως, λαμβάνω/έχω την τιμή να ... βλ. τιμή, λίγο το 'χεις; βλ. λίγος, μένει ως έχει βλ. μένω, ό,τι έχω και δεν έχω βλ. ό,τι, όλα τα 'χε/'χει η Μαριωρή, ο φερετζές της έλειπε/λείπει βλ. φερετζές, ούτως εχόντων των πραγμάτων βλ. ούτω(ς), πόθεν έσχες βλ. πόθεν, ποιος/τι έχει σειρά; βλ. σειρά, πού έχεις/είναι/τρέχει το μυαλό σου; βλ. μυαλό, στο ενεργητικό του/της βλ. ενεργητικό, στόμα έχει και μιλιά δεν έχει βλ. στόμα, τα βάζω/τα έχω με τον εαυτό μου βλ. εαυτός, τα έχει τα χρονάκια του! βλ. χρόνος, τα έχω καλά με κάποιον βλ. καλά, τα 'χω τετρακόσια βλ. τετρακόσιοι, τα 'χω χαμένα βλ. χαμένος, τι 'χες Γιάννη, τι 'χα πάντα! βλ. Γιάννης, τι ψυχή έχει (κάτι); βλ. ψυχή, το έχει/το 'χει η μοίρα μου βλ. μοίρα, το έχω στο στόμα/στη γλώσσα (μου) βλ. στόμα, το έχω/βάζω μαράζι βλ. μαράζι, το 'χω μέσα μου βλ. μέσα, το 'χω παράπονο βλ. παράπονο, φύλαγε τα ρούχα σου να έχεις τα μισά/όποιος φυλάει τα ρούχα του, έχει τα μισά βλ. ρούχο ● βλ. έχων [< αρχ. ἔχω]

λιθοσφαιρικός

λιθοσφαιρικός, ή, ό λι-θο-σφαι-ρι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με τη λιθόσφαιρα: ~ός: μανδύας. ~ή: παραμόρφωση. ~ό: ρήγμα. ● ΣΥΜΠΛ.: τεκτονική/λιθοσφαιρική πλάκα: καθένα από τα μεγαλύτερα ή μικρότερα τμήματα στα οποία διαιρείται η λιθόσφαιρα, πάχους περ. εκατό χιλιομέτρων, τα οποία μετακινούνται, προκαλώντας τα διάφορα τεκτονικά φαινόμενα: αφρικανική/ευρασιατική ~ ~. Μετακίνηση/σύγκλιση/τεκτονική των ~ών ~ών. Βλ. ηφαιστει-, σεισμικ-ότητα, ορογένεση. [< γαλλ. lithosphérique, αγγλ. lithospheric, 1970]

μυκητοειδής

μυκητοειδής, ής, ές μυ-κη-το-ει-δής επίθ.: ΙΑΤΡ. μυκητώδης. Βλ. -ειδής. ● ΣΥΜΠΛ.: μυκητοειδής πλάκα: ΟΙΚΟΔ. πλάκα οπλισμένου σκυροδέματος με δύο επίπεδες επιφάνειες που αποτελείται από πλατιά δοκάρια, ενώ το κενό μεταξύ τους καλύπτεται με τσιμεντόλιθους.

ουλίτιδα

ουλίτιδα[οὐλίτιδα] ου-λί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επιφανειακή φλεγμονή των ούλων που προκαλείται από την οδοντική πλάκα: αιμορραγική/ελκώδης/οξεία/χρόνια ~. Οδοντόκρεμα κατά της τερηδόνας και της ~ας. Βλ. -ίτιδα, περιοδοντίτιδα. [< γαλλ. gingivite]

πανό

πανόπα-νό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: στενόμακρο κομμάτι από ύφασμα, πλαστικό ή χαρτί, πάνω στο οποίο αναγράφονται συνήθ. σύμβολα, συνθήματα ή μηνύματα, και το οποίο μεταφέρεται τεντωμένο ανάμεσα σε δύο ξύλα ή κρεμιέται σε οποιοδήποτε μέρος: ~ διαμαρτυρίας. Διαφημιστικά ~. Πβ. αερο~, μπάνερ. Βλ. πλακάτ. [< γαλλ. panneau]

πινακίδα

πινακίδαπι-να-κί-δα ουσ. (θηλ.) 1. επίπεδη, συνήθ. ορθογώνια ή τετράγωνη, επιφάνεια από σκληρό υλικό, στην οποία αναγράφεται ή παρουσιάζεται κάποια πληροφορία: ~ δρόμου/οδού. ~ του Δήμου/της Τροχαίας. ~ (αναγγελίας) κινδύνου. Απαγορευτικές/διαφημιστικές/ενημερωτικές/επεξηγηματικές/οδικές/πληροφοριακές/προειδοποιητικές ~ες. ~ες έργων/σήμανσης. Φωτεινές ~ες. Ηλεκτρονικές ~ες (μεταβλητών μηνυμάτων). Τοποθετήθηκε ~ με την ένδειξη ... Ακολουθήστε τις ~ες για/προς ... Πβ. επιγραφή. Βλ. πλάκα. ΣΥΝ. ταμπέλα (1) 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. πλάκα με εγχάρακτα ή αποτυπωμένα σύμβολα: ξύλινη/πήλινη ~. ~ γραμμικής Β/σφηνοειδούς γραφής. Οι ~ες της Κνωσού/Πύλου. Πβ. δέλτος. ● Υποκ.: πινακιδούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: πινακίδες κυκλοφορίας & (προφ.) πινακίδες: μεταλλικά πλαίσια όπου αναγράφεται ο αριθμός κυκλοφορίας ενός οχήματος: ~ αυτοκινήτων/μοτoσικλετών. Έκδοση ~ων ~. Όχημα με κλεμμένες/κρατικές/ξένες/συμβατικές/υπηρεσιακές ~ες. Tου αφαίρεσαν/πήραν τις ~ες (: δηλ. η Τροχαία, π.χ. για παράνομη στάθμευση). [< αγγλ. number plates] [< 2: μτγν. πινακίς]

σκλήρυνση

σκλήρυνσησκλή-ρυν-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) αλλαγή της στάσης, της συμπεριφοράς κάποιου ή μιας κατάστασης προς την ακαμψία, την αδιαλλαξία, την αυστηρότητα ή τη σκληρότητα: ιδεολογική ~. ~ των θέσεων/της πολιτικής (κάποιου).|| ~ της αστυνόμευσης/του καθεστώτος/των κανονισμών/των κυρώσεων/των μέτρων/της νομοθεσίας/των συνθηκών (εργασίας). ~ των όρων/προϋποθέσεων εισαγωγής εταιρειών στο χρηματιστήριο. Πβ. αυστηροποίηση. 2. ΙΑΤΡ. & σκλήρωση: παθολογική μεταβολή ιστού ή οργάνου του σώματος προς το σκληρότερο, η οποία οφείλεται σε αύξηση του συνδετικού ιστού λόγω υπερβολικής παραγωγής κολλαγόνου: αρτηριακή (= αρτηριοσκλήρωση)/δερματική ~. ~ των αγγείων/μυών. Συστηματική ~ (= σκληρόδερμα).|| (συνεκδ., τα σημεία του δέρματος που παρουσιάζουν τέτοιες μεταβολές:) ~ύνσεις αγκώνων. Θεραπεία των ~ύνσεων. Βλ. κάλος, νεφρο~, οστεο~, ωτο~. 3. προοδευτική αύξηση της στερεότητας και της αντοχής υλικού, κυρ. μετά από ειδική επεξεργασία: ~ του σκυροδέματος/τσιμέντου. ~ μετάλλων/χάλυβα. Πβ. βαφή. ΑΝΤ. μαλάκωμα ● ΣΥΜΠΛ.: πλαγία μυατροφική σκλήρυνση: ΙΑΤΡ. εκφυλιστική νόσος του νευρικού συστήματος που χαρακτηρίζεται από αλλοιώσεις των κινητικών νευρώνων και επιφέρει μυϊκή αδυναμία, αναπηρία και τελικά τον θάνατο. [< γαλλ. sclérose latérale amyotrophique] , σκλήρυνση κατά πλάκας & (σπάν.) πολλαπλή σκλήρυνση: ΙΑΤΡ. χρόνιο αυτοάνοσο νόσημα του κεντρικού νευρικού συστήματος που προκαλεί απομυελίνωση των νεύρων και οδηγεί σε σταδιακή παράλυση. [< γαλλ. sclérose en plaques, αγγλ. multiple sclerosis, 1885] [< μτγν. σκλήρυνσις, γαλλ. durcissement, induration, sclérose]

στήλη

στήληστή-λη ουσ. (θηλ.) 1. κατακόρυφη διαίρεση έντυπης ή ηλεκτρονικής σελίδας και ειδικότ. το τμήμα εφημερίδας, περιοδικού ή ιστοσελίδας που αναφέρεται σταθερά σε κάποιο ειδικό θέμα: αριστερή/δεξιά ~. ~ εντύπου. Συμπληρώστε μόνο την πρώτη ~. Συνδέστε τα στοιχεία της ~ης Α με τα στοιχεία της ~ης Β.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ επιλογών/πίνακα. Επικεφαλίδα/ετικέτα/πλάτος/ύψος ~ης. Διαγραφή/εισαγωγή/επιλογή ~ης. ~ με δεξιά στοίχιση. Αφαιρώ/προσθέτω ~ες σε πίνακα. Δημιουργία ευρετηρίου σε ~ες. Βλ. κελί.|| Αθλητική/εβδομαδιαία/καλλιτεχνική/κοσμική ~. Μόνιμη/τακτική ~ (πβ. ρουμπρίκα). ~ αλληλογραφίας/ενημέρωσης/επικοινωνίας. Η ύλη/οι φίλοι της ~ης. Το περιοδικό εγκαινιάζει μια νέα ~. Στη ~ μας φιλοξενούμε ιατρικά θέματα. 2. επιμήκης σχηματισμός, διάταξη: επαγωγική/υδραργυρική ~. ~ ατμού/βιβλιοθήκης/(εξ)αερισμού/καλοριφέρ (: τα κάθετα στοιχεία που αποτελούν το σώμα του καλοριφέρ)/νερού/πάγου (= κολόνα). Βάση/κορυφή ~ης.|| ~ βιβλίων. Πβ. στοίβα, σωρός.|| (μτφ.) ~ φωτός (= δέσμη, λωρίδα). 3. όρθια, ορθογώνια, ανάγλυφη ή/και εγχάρακτη πλάκα, κυρ. από πέτρα ή μάρμαρο, με μικρό πάχος: αναμνηστική/επιτάφια/τιμητική ~. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Αναθηματική/επιτύμβια ~. Οι ~ες του Ολυμπίου Διός (: εσφαλμ., αντί οι στύλοι). ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρική στήλη/ηλεκτρικό στοιχείο: ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή η οποία μετατρέπει την ενέργεια που απελευθερώνεται από μια χημική αντίδραση σε ηλεκτρική· μπαταρία: αρνητικός ή θετικός πόλος/τάση ~ής ~ης., βολταϊκή στήλη βλ. βολταϊκός, Ηράκλειες Στήλες βλ. ηράκλειος, σπονδυλική στήλη βλ. σπονδυλικός ● ΦΡ.: μένω/γίνομαι στήλη άλατος (μτφ.): ακινητοποιούμαι λόγω έντονης και συνήθ. δυσάρεστης έκπληξης. ΣΥΝ. μένω άγαλμα, μένω κάγκελο [< στήλη ἁλὸς. ΠΔ, Γένεσις, 19,26] [< 1,2: γαλλ. pile, colonne 3: αρχ. στήλη]

-τζίδικος

-τζίδικος, η, ο & (σπάν.) -τζήδικος: επίθημα επιθέτων που δηλώνουν ιδιότητα: αερι~/ετοιμα~/εφε~/πεθαμενα~/πλακα~/σαματα~/σκι~/τζαμπα~/φιγουρα~/χαβαλε~.

χαβαλεδιάζω

χαβαλεδιάζωχα-βα-λε-διά-ζω ρ. (αμτβ.) {χαβαλέδια-σα, χαβαλεδιά-σει, χαβαλεδιάζ-οντας} (νεαν. αργκό): κάνω χαβαλέ, διασκεδάζω. Βλ. σπάω πλάκα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.