Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- πλάτη πλά-τη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. το πίσω μέρος του ανθρώπινου σώματος από τους ώμους ως το τέλος της σπονδυλικής στήλης: κυρτή ~ (βλ. κύφωση, σκολίωση). Μήκος/(άνω/κάτω) τμήμα ~ης. Ενόχληση/πόνος στην ~ (βλ. οσφυαλγία). Τραύμα στην ~. Ασκήσεις ενδυνάμωσης για τους μυς της ~ης. Πιάστηκε η ~ μου. Ίσιωσε/τέντωσε την ~ σου (: μην καμπουριάζεις)! Ξαπλώνω με τη ~ προς τα κάτω (βλ. ανάσκελα). Στηρίζομαι με την ~ (ακουμπισμένη) σε ... Τον χτύπησε φιλικά στην ~. Δέχτηκε μια μαχαιριά στην ~ (= πισώπλατα). Στέκονταν ~ με ~. Έχει γυμνασμένες/δυνατές/φαρδιές/στενές ~ες.|| Τσάντα ~ης (βλ. σάκα, σακίδιο).|| (συνεκδ. για ρούχο) Φόρεμα με ανοιχτή ~ (= εξώπλατο).|| Η ~ ενός ζώου. Πβ. σπάλα, ωμο~. ΣΥΝ. νώτα (1), ράχη (1) 2. (κατ' επέκτ.) το πίσω μέρος επίπλου ή άλλου αντικειμένου: η ~ της βιβλιοθήκης/του καναπέ/της καρέκλας. Κάθισμα με αναδιπλούμενη/ανακλινόμενη/ανατομική/ρυθμιζόμενη/χαμηλή/ψηλή ~.|| Η ~ του βιβλίου/της κουζίνας/του ψυγείου. ● Υποκ.: πλατούλα & πλατίτσα (η): στη σημ. 1. ● Μεγεθ.: πλατάρες (οι) (προφ., συνήθ. για άνδρα): στη σημ. 1. Βλ. πλαταράς. ● ΦΡ.: βάζω πλάτη (σε κάποιον) (προφ.): τον βοηθώ, τον στηρίζω: Του έβαλαν ~, για να υλοποιηθούν τα σχέδιά του., γυρίζω/στρέφω/δείχνω την πλάτη/τα νώτα μου σε κάποιον/κάτι: σε ένδειξη περιφρόνησης· κατ' επέκτ. αρνούμαι να βοηθήσω κάποιον, αδιαφορώ για κάτι: Του γύρισε/έστρεψε επιδεικτικά ~.|| Το εκλογικό σώμα ~ ~ στα κόμματα εξουσίας. Πβ. αποδοκιμάζω.|| Μη γυρίζεις ~ ~ σου στις ευκαιρίες!, έχει (γερές) πλάτες (μτφ.-προφ.): έχει (ισχυρό) μέσο. ΣΥΝ. έχει (γερό/μεγάλο) δόντι, έχει άκρες, κάνω πλάτες (προφ.): παρέχω στήριξη σε μεμπτή πράξη, καλύπτω: Έκαναν ~ σε παράνομες ενέργειες.|| Του έκανε ~ (= του παρείχε άλλοθι)., πίσω από την πλάτη (κάποιου): κρυφά από κάποιον, όταν δεν είναι παρών ή χωρίς να το αντιλαμβάνεται: Την κατηγορούσε ~ ~ της. Δεν μπορούσε να φανταστεί τι συνέβαινε ~ ~ του. [< αγγλ. behind one's back, γαλλ. derrière le dos de quelqu'un] , στην πλάτη (κάποιου) & στις πλάτες (κάποιου): για κάτι (πχ. ευθύνη, υποχρέωση, ψυχολογική πίεση) που βαρύνει κάποιον: Έχουν/κουβαλούν/σηκώνουν βαριά κληρονομιά/πολλά χρέη/τεράστια ιστορία ~ ~ τους. Έχουν πέσει όλα τα προβλήματα ~ ~ μου (= στην καμπούρα, στους ώμους μου). Ρίχνουν το φταίξιμο στις ~ες άλλων.|| Παιχνίδια στις ~ες (= σε βάρος) του κοσμάκη.|| Έχει πολλά χρόνια ~ ~ του (: είναι ηλικιωμένος). [< αγγλ. at one's back, γαλλ. sur les dos] , στις/με τις πλάτες (μειωτ.): με τη βοήθεια, υποστήριξη: Στηρίζεται σε ξένες ~/στην δική της αξία και όχι στις ~ άλλων. Ανέβηκε στην εξουσία με τις ~ ισχυρών., (ανα)σηκώνει τους ώμους/τις πλάτες (του) βλ. σηκώνω, (βάζω) τα πόδια στην πλάτη/στον ώμο βλ. πόδι, η τύχη μού γυρίζει την πλάτη βλ. τύχη, με την πλάτη στον τοίχο βλ. τοίχος, φορτώνομαι στην πλάτη μου βλ. φορτώνω, χορεύει (πάνω) στις πλάτες βλ. χορεύω [< 1: αρχ. πληθ. πλάται 2: αγγλ. back, γαλλ. dos]
κύφωση
κύφωσηκύ-φω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μόνιμη παραμόρφωση της σπονδυλικής στήλης που χαρακτηρίζεται από έντονη κύρτωση της πλάτης: θωρακική/νεανική ~. Πβ. καμπούρα. Βλ. λόρδωση, σκολίωση. [< αρχ. κύφωσις, γαλλ. cyphose, αγγλ. cyphosis]
πλαταράς
πλαταράςπλα-τα-ράς ουσ. (αρσ.) (μεγεθ.-προφ.): άνδρας, συνήθ. γυμνασμένος, με φαρδιές πλάτες. Πβ. φουσκωτός. Βλ. -αράς.
πόδι
πόδιπό-δι ουσ. (ουδ.) {ποδ-ιού | -ιών} 1. καθένα από τα κάτω άκρα ανθρώπου ή ζώου· ειδικότ. άκρο πόδι: αδύνατα (βλ. κανιά)/κοντά/μακριά/ξεκούραστα/στραβά/ταλαιπωρημένα/τεχνητά/ψηλά ~ια. Κάκωση/πόνος στο ~. Με το ένα ~ πάνω στο άλλο/με τα ~ια σταυρωμένα (= σταυρο~). Στραμπούληξε/έσπασε/έχασε το ~ του (βλ. ανάπηρος, κουτσός). Έκανε ακτινογραφία/τραυματίστηκε/υπέστη κάταγμα στο ~. Μαζεύω/τεντώνω τα ~ια μου. Βλ. κνήμη, μηρός.|| Βρόμικα/ξυπόλυτα/πρησμένα ~ια. Τα δάκτυλα/η καμάρα/τα νύχια/το πέλμα/το τόξο του ~ιού. Κακοσμία (= ποδαρίλα)/περιποίηση (= πεντικιούρ) ~ιών. Ίχνη ~ιών. Βλ. πατούσα, πλατυποδία.|| Τα μπροστινά/πίσω ~ια της αρκούδας/του σκύλου. Τα ~ια της αράχνης/μέλισσας. Πτηνό με μακριά και λεπτά ~ια (βλ. πελαργός). ΣΥΝ. ποδάρι 2. (μτφ.) καθετί με παρόμοια μορφή, κυρ. στήριγμα αντικειμένου στο κάτω μέρος του: τα ~ια της καρέκλας/του κρεβατιού/του τραπεζιού. Τα ~ια του πιάνου. Πλαστικά ~ια επίπλων. || Ποτήρια με (= κολονάτα)/χωρίς ~. Αγγείο με χαμηλό (βλ. κύλικα)/ψηλό ~.|| Το πρώτο/δεύτερο/τρίτο ~ της Χαλκιδικής. 3. (μτφ.) το κατώτερο τμήμα: στα ~ια του βουνού (= πρόποδες). 4. ΜΕΤΡΟΛ. (σύμβ. ft ή ′) μονάδα μήκους, κυρ. του αγγλικού και αμερικανικού συστήματος, ίση περ. με το ένα τρίτο του μέτρου: αγγλικό/διεθνές ~ (: 0,3048 μέτρα). Βλ. γιάρδα, ίντσα. ● Μεγεθ.: ποδάρα (η): ΣΥΝ. αρίδα (1) ● ΣΥΜΠΛ.: άκρο πόδι & (λόγ.) άκρος πους {άκρου ποδός}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. το τελικό τμήμα του κάτω άκρου, που αποτελείται από τον ταρσό, το μετατάρσιο και τα δάχτυλα: Το ~ ~ στηρίζει το βάρος του σώματος., πήλινα/ξύλινα/γυάλινα πόδια (μτφ.): αδύναμη, σαθρή βάση: Η εταιρεία/χώρα αποδείχτηκε γίγαντας/κολοσσός με ~ ~. Η ανάπτυξη/οικονομία πατά/στηρίζεται σε ~ ~. Βλ. χάρτινη τίγρη. [< γαλλ. pieds d'argile] , διαβητικό πόδι βλ. διαβητικός, πόδι της χήνας βλ. χήνα, πόδι του αθλητή βλ. αθλητής, αθλήτρια, χέρι/πόδι αλφάδι βλ. αλφάδι ● ΦΡ.: (βάζω) τα πόδια στην πλάτη/στον ώμο (προφ.): φεύγω τρέχοντας: Ο κλέφτης έφυγε με ~ ~. Πβ. την κοπανάω.|| (μτφ.) Έχουν βάλει ~ ~ για να τηρηθεί το χρονοδιάγραμμα., (δεν) με κρατούν/βαστούν τα πόδια μου (προφ.): (δεν) αντέχω σωματικά: Δεν ~ ~ από την εξάντληση/κούραση. Είμαι πτώμα, δεν με ~ άλλο ~ μου. Εργάζομαι ακόμη, όσο με ~ ~ μου., αφήνω κάποιον στο πόδι μου (προφ.): τον βάζω στη θέση μου ως αντικαταστάτη., βάζω πόδι (προφ.): εισέρχομαι, διεισδύω: Η πολυεθνική έβαλε ~ στην ελληνική αγορά., δεν μπορώ να πάρω/σύρω τα πόδια μου (προφ.): νιώθω αδύναμος, εξουθενωμένος: ~ ~ απ' την κούραση/το ξενύχτι.|| Πάρε τα ~ σου! (= κουνήσου, περπάτα)!, δίνω/παίρνω/τρώω πόδι (προφ.) & (λαϊκό) δίνω/παίρνω πασαπόρτι: διώχνω/με διώχνουν: Του 'δωσε ~ (: τον πέταξε έξω).|| Έφαγε/πήρε ~ απ' τη δουλειά (= απολύθηκε)., με τα πόδια: περπατώντας: Ήρθαμε/κάναμε βόλτα/πήγαμε ~ ~. Η πλατεία βρίσκεται πέντε λεπτά ~ ~ απ' τη στάση του μετρό. Πβ. πεζή., με το ένα πόδι/με τα δυο πόδια στον τάφο (προφ.): για ετοιμοθάνατο ή πολύ ηλικιωμένο άτομο: Είναι ~ ~. ΣΥΝ. τον περιμένουν, με χέρια και με πόδια & με πόδια και με χέρια (μτφ.-προφ.) 1. με απόλυτη σιγουριά, χωρίς κανέναν ενδοιασμό: Ψηφίζω ~ ~. Βλ. δαγκωτός.|| Υπογράφω ~ ~. Πβ. προσυπογράφω. 2. με όλη μου τη δύναμη: Αντιστάθηκα ~ ~., μου κόπηκαν τα πόδια (μτφ.-προφ.): παρέλυσα: Μας είχαν κοπεί ~ από την κούραση.|| Ένιωθε την πείνα/τον φόβο να του κόβει ~. Πβ. μου κόπηκαν τα ήπατα., μπερδεύομαι/μπλέκομαι/ανακατεύομαι/μπαίνω/είμαι (μέσα) στα πόδια κάποιου (προφ.): τον εμποδίζω να κινηθεί ελεύθερα με το να βρίσκομαι πολύ κοντά του και κατ' επέκτ. αναμειγνύομαι στις υποθέσεις του: Μην μπερδεύεσαι ~ μου την ώρα που κάνω δουλειά!, όποιος δεν έχει μυαλό, έχει πόδια/ποδάρια (παροιμ.): όποιος δεν προνοεί, ταλαιπωρείται., ρίχνομαι/πέφτω/σέρνομαι στα πόδια (κάποιου) (προφ.): τον παρακαλώ θερμά, τον ικετεύω. ΣΥΝ. πέφτω στα γόνατα, πέφτω στα τέσσερα [< γαλλ. se traîner aux pieds de quelqu' un] , στέκομαι/μένω στο πόδι κάποιου (μτφ.-προφ.): τον αντικαθιστώ: Θα σταθείς ~ ~ μου, να πεταχτώ μια στιγμή στην τράπεζα;, στο πόδι (προφ.): βιαστικά, πρόχειρα: Έγραψε το κείμενο ~ ~. Όλα έγιναν ~ ~ (= τσαπατσούλικα). Πβ. στο γόνατο., το βάζω στα πόδια (προφ.): φεύγω, τρέχω και γενικότ. απομακρύνομαι γρήγορα από μια επικίνδυνη, δύσκολη, δυσάρεστη κατάσταση: Το έβαλε ~ ~ πανικόβλητος/σαστισμένος/τρομαγμένος/φοβισμένος. Το έβαλε ~ ~ για να γλιτώσει. Της άρπαξε την τσάντα και το έβαλε ~ ~. Πβ. παίρνω δρόμο.|| (μτφ.) Δεν ~ ~ σε κάθε δυσκολία., τρεχάτε/βαστάτε ποδαράκια μου (να μη σας χέσει ο κώλος μου) (προφ.): για κατάσταση που απαιτεί να σπεύσει κάποιος., απλώνω τα πόδια μου μέχρι/ως εκεί που φτάνει το πάπλωμά μου βλ. πάπλωμα, βάζω φτερά (στα πόδια) βλ. φτερό, δοκιμάζει το πόδι/το χέρι (του) βλ. δοκιμάζω, η γη/το έδαφος χάνεται/φεύγει/υποχωρεί/γλιστράει/τρίζει κάτω από τα πόδια μου βλ. έδαφος, θα σου κόψω τα πόδια! βλ. κόβω, κόβονται/λύνονται/τρέμουν τα γόνατά/τα πόδια μου βλ. γόνατο, με την μπάλα στα πόδια βλ. μπάλα, πατάει σταθερά στα πόδια του βλ. σταθερός, πατώ πόδι βλ. πατώ, πατώ το πόδι μου (κάπου) βλ. πατώ, σηκώθηκαν τα πόδια να χτυπήσουν το κεφάλι βλ. σηκώνω, σηκώνω στο πόδι βλ. σηκώνω, στέκομαι όρθιος/στα πόδια μου βλ. στέκομαι, στις μύτες (των ποδιών) βλ. μύτη, στύλωσε τα πόδια/τα στύλωσε βλ. στυλώνω, το κόβω με τα πόδια βλ. κόβω, του έβαλε/του έχει βάλει τα δυο πόδια σ' ένα παπούτσι βλ. παπούτσι, τραβά το χαλί κάτω απ' τα πόδια κάποιου βλ. χαλί [< αρχ. πόδιον, αγγλ. foot]
σάκα
σάκασά-κα ουσ. (θηλ.): σχολική τσάντα: βαριά/πάνινη ~. Ετοίμασε τη ~ της. Με τη ~ στον ώμο. Βλ. κασετίνα.|| (γενικότ., για μεταφορά εγγράφων, επιστολών) Δερμάτινη ~. Πβ. χαρτοφύλακας. Βλ. σακίδιο.
σηκώνω
σηκώνωση-κώ-νω ρ. (μτβ.) {σήκω-σα, σηκώ-θηκα, -μένος, προστ. αορ. σήκω, σηκωθείτε, σηκών-οντας} 1. μετακινώ κάτι σε υψηλότερο σημείο· κινώ προς τα πάνω, υψώνω, ανεβάζω: ~ το ακουστικό/τηλέφωνο. Μη ~εις βάρος (πβ. βαστώ, κρατώ). Πόσα κιλά μπορείς να ~σεις; ~σε τη βαλίτσα. ~σε από κάτω μια πέτρα. ~θηκαν (= απογειώθηκαν) τα αεροσκάφη/ελικόπτερα.|| ~ την ασφάλεια/τον μοχλό/την τέντα (: την τυλίγω προς τα πάνω)/το χειρόφρενο. ~σε το χέρι του, για να ζητήσει τον λόγο. ~σε το βλέμμα/τα μάτια της στον ουρανό (πβ. στρέφω). Είχε ~σει το πόδι του από το γκάζι. ~ομαι στις μύτες των ποδιών.|| ~θηκαν άγρια και απειλητικά κύματα. Ο ήλιος είχε ~θεί ψηλά. ΑΝΤ. κατεβάζω (1) 2. (προφ.) κάνω κάποιον να σταθεί όρθιος· ξυπνώ· (για εκπαιδευτικό) εξετάζω μαθητή: Ο προπονητής ~σε τους αναπληρωματικούς για ζέσταμα. Τους ~σε από το τραπέζι. Μη ~εσαι! Σήκω να χορέψεις! ~θηκε από τη θέση του/και τον ακολούθησε/να φύγει. (για ζώο) Η αρκούδα ~θηκε στα πισινά της πόδια.|| (ειδικότ.) Μας ~σε από τον καναπέ (: μας υποχρέωσε να δραστηριοποιηθούμε).|| Την ~σε από τον ύπνο. Τι ώρα ~εσαι το πρωί;|| Ο δάσκαλος με ~σε στο μάθημα/στον πίνακα. ΑΝΤ. ξαπλώνω (3) 3. (μτφ., για αναστάτωση, ταραχή) προκαλώ: Η δήλωσή του ~σε θύελλα αντιδράσεων/διαμαρτυριών. ~θηκε κύμα εξεγέρσεων εναντίον ... Πβ. δημιουργώ, ξε~. 4. (μτφ.) αναλαμβάνω κάτι δύσκολο, επωμίζομαι: ~ει την ευθύνη. ~σε το βάρος του αγώνα/της ενοχής. 5. (μτφ.) αντέχω: Δεν τα ~ τα ξενύχτια/φάρμακα.|| (κυριολ. για υλική κατασκευή) Γέφυρα που μπορεί να ~σει μέχρι δύο τόνους βάρος. Τα δοκάρια ~ουν (= στηρίζουν, υποβαστάζουν) την πλάκα (της οικοδομής). 6. (προφ.) ανέχομαι, υπομένω, δέχομαι: Δεν ~ει άλλο την κοροϊδία. Δεν ~ αντίρρηση/αστεία/κουβέντα/προσβολές. Πβ. επιτρέπω. 7. (προφ.) κλέβω: ~σαν δέκα χιλιάδες ευρώ. Τα ~σαν όλα οι διαρρήκτες. Πβ. αρπάζω, κατακλέβω. 8. (προφ.) κάνω ανάληψη: ~σε όλα τα λεφτά από τον λογαριασμό της. Είχε ~σει τις καταθέσεις του από την τράπεζα. 9. (προφ.) χτίζω, οικοδομώ, κατασκευάζω: ~σε πέντε ορόφους. (για κατασκευαστή:) ~ει πολυκατοικίες. Πβ. υψώνω. 10. (προφ.) μαζεύω: Έχουν ~σει το τραπέζι/τα χαλιά. Πβ. ξεστρώνω. ΑΝΤ. στρώνω (1) ● σηκώνει (προφ.-μτφ.) 1. επιδέχεται, αφήνει περιθώριο για κάτι: Πρόταση που ~ (= χωρά) πολλή σκέψη. Το ζήτημα δεν ~ αναβολή/καθυστέρηση. 2. απαιτεί, καθιστά απαραίτητο (κάτι): Η υπόθεση ~ καφέ/ποτό/τσιγάρο.|| Η κατάσταση του τραυματία ~ ακόμη και χειρουργείο. ● Παθ.: σηκώνομαι 1. {μόνο στο γ' εν.} (για φυσικό φαινόμενο που) αρχίζει να γίνεται έντονα αισθητό: ~θηκε αέρας/θύελλα/τρικυμία. Είχε ~θεί ομίχλη. 2. (μτφ.-προφ.) συνέρχομαι από ασθένεια: ~θηκε από την αρρώστια (= αποθεραπεύτηκε). 3. (μτφ.-προφ.-παλαιότ.) ξεσηκώνομαι, επαναστατώ. ● ΦΡ.: (ανα)σηκώνει τους ώμους/τις πλάτες (του): ως ένδειξη άγνοιας, αδιαφορίας: ~ ~ αμήχανα. ~σε ~ με απορία., δεν σηκώνω κεφάλι (προφ.): για να δηλωθεί η αφοσίωση σε κάτι, η εντατική ενασχόληση με κάτι: ~ ~ (= απορροφώμαι) από το βιβλίο. Δεν ~ει ~, δουλεύει απο το πρωί μέχρι το βράδυ., μου σηκώνεται (προφ.): διεγείρομαι, έχω στύση. Πβ. καυλώνω. ΑΝΤ. μου πέφτει, σήκω εσύ, να κάτσω εγώ (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): για την προσπάθεια κάποιου να καταλάβει θέση, αξίωμα που ανήκει σε άλλον., σηκώθηκαν τα πόδια να χτυπήσουν το κεφάλι (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι ο ιεραρχικά κατώτερος εκφράζει αμφισβήτηση ή εναντίωση προς τον ανώτερό του., σηκώνει (πολύ) νερό (μτφ.-προφ.): για κάτι σχετικό ή ασαφές, που επιδέχεται (πολλή) συζήτηση, ανάλυση και διαφορετικές ερμηνείες: Έννοια/θέμα/μεγάλη κουβέντα που ~ ~. , σηκώνει (τη) μύτη (μτφ.-προφ.): φέρεται αλαζονικά: Παρά τις επιτυχίες του, ποτέ δεν ~σε ~. Πβ. έχει ψηλά τη μύτη., σηκώνει στην πλάτη/στις πλάτες του (μτφ.): για ευθύνη που αναλαμβάνει, επωμίζεται κάποιος: ~ ~ τα οικονομικά βάρη/τα χρέη. Πβ. στην καμπούρα (κάποιου)., σηκώνει/ανεβάζει (την) αυλαία & ανοίγει/σηκώνεται η αυλαία: για να δηλωθεί έναρξη παράστασης, σειράς παραστάσεων ή γενικότ. θεάματος, εκδήλωσης, διαδικασίας: Το καρναβάλι/φεστιβάλ σηκώνει/ανεβάζει την ~ του.|| Σηκώνεται ~ της 1ης αγωνιστικής. Ανοίγει ~ του διαλόγου/των συνομιλιών. ΑΝΤ. κλείνει/πέφτει η αυλαία. [< γαλλ. lever le rideau] , σηκώνομαι και φεύγω (εμφατ.): φεύγω από κάπου (έναν χώρο, μια επαγγελματική θέση): ~ ~ βιαστικός.|| Μόλις τελειώσει το συμβόλαιό μου, θα σηκωθώ και θα φύγω (βλ. τα βρόντηξε). Αν δεν σου αρέσει, σήκω και φύγε. , σηκώνω κεφάλι (μτφ.) 1. προβάλλω αντίσταση, αντιδρώ: ~ ~ και ζητώ τα κεκτημένα μου. ΑΝΤ. σκύβω το κεφάλι (2) 2. ορθοποδώ: Δεν μπορεί να ~σει ~ από τα χρέη και τους λογαριασμούς. , σηκώνω μπαϊράκι/παντιέρα (μτφ.-προφ.): εναντιώνομαι σε κάτι, επαναστατώ: Έχει ~σει δικό του μπαϊράκι (πβ. κάνει του κεφαλιού του). ~σαν την παντιέρα της αντίστασης/της εξέγερσης., σηκώνω στα χέρια (μου): υψώνω και κρατώ κάποιον ή κάτι ψηλά: Τον ~σαν ~, φωνάζοντας ρυθμικά το όνομά του (πβ. αποθεώνω). ~σαν ~ τους το τρόπαιο., σηκώνω στο πόδι (μτφ.-προφ.): αναστατώνω, ξεσηκώνω: ~σε ~ όλη τη γειτονιά., σηκώνω τα χέρια ψηλά & σηκώνω ψηλά τα χέρια: για να δηλωθεί αποτυχία, αδυναμία: ~σε ~ και παραδόθηκε.|| (συνήθ. μτφ.) ~ ~ και παραδέχομαι την ήττα μου. ~ ~· δεν μπορώ να καταλάβω πώς σκέφτεσαι. Η επιστήμη σηκώνει ~ ~ (: σε περιπτώσεις που δεν μπορεί να επιλυθεί ή να εξηγηθεί λογικά κάτι)., σηκώνω τη σημαία 1. {κυρ στο γ' πρόσ.} (στο ποδόσφαιρο) κάνει σινιάλο, κρατώντας ψηλά το σημαιάκι: Ο επόπτης ~ει ~ του, για να υποδείξει το οφσάιντ. 2. είμαι σημαιοφόρος: ~σε ~ στην παρέλαση. 3. (μτφ.) διακηρύσσω: ~ ~ της αντίστασης/επανάστασης/κάθαρσης/μεταρρύθμισης. ΣΥΝ. υψώνω τη σημαία (2), σηκώνω χέρι (προφ.): χειροδικώ: ~σε ~ πάνω μου. , σήκω-σήκω, κάτσε-κάτσε (προφ.): για να δηλωθεί δουλική υποταγή: Τον έχει "~ ~" (πβ. έχω κάποιον του χεριού μου). Είχε τη δική του προσωπικότητα, δεν ήταν "~ ~". , (δεν) (το) αντέχει/σηκώνει η τσέπη μου βλ. τσέπη, (ο καθένας) σηκώνει/κουβαλάει τον σταυρό του βλ. σταυρός, ανεβάζω/σηκώνω τον πήχη/πήχυ (ψηλά) βλ. ανεβάζω, ανοίγω πανιά βλ. πανί, δεν ακούω/δεν δέχομαι/δεν θέλω/δεν σηκώνω/δεν παίρνω κουβέντα βλ. κουβέντα, δεν κουνά/δεν σηκώνει ούτε το δαχτυλάκι του/ούτε το μικρό του δαχτυλάκι βλ. δάχτυλο, δεν με σηκώνει το κλίμα βλ. κλίμα, δεν σηκώνει αστεία βλ. αστείο, δεν σηκώνει/δεν δέχεται μύγα στο σπαθί του βλ. μύγα, η μύτη του να πέσει, δεν θα σκύψει να τη σηκώσει/να την πιάσει βλ. μύτη, θα τον πάρει (ο διάβολος) και θα τον σηκώσει βλ. παίρνω, κάτι σηκώνει/θέλει/χρειάζεται/χωράει/παίρνει συζήτηση/κουβέντα βλ. συζήτηση, κουβαλώ/σηκώνω στους ώμους (μου) βλ. ώμος, μου σηκώθηκε η πέτσα/το πετσί βλ. πέτσα, μου σηκώθηκε η τρίχα (κάγκελο) βλ. τρίχα, όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, θα τον βρεις από κάτω βλ. πέτρα, παίρνω/ρίχνω/σηκώνω/πετάω μπόι βλ. μπόι, σηκώνει/υψώνει ανάστημα βλ. ανάστημα, σηκώνομαι από το κρεβάτι βλ. κρεβάτι, σηκώνω (την) άγκυρα βλ. άγκυρα, σηκώνω αντάρτικο βλ. αντάρτικο, σηκώνω σκόνη βλ. σκόνη, σηκώνω τα μανίκια βλ. μανίκι, σηκώνω το γάντι βλ. γάντι, σηκώνω/υψώνω το λάβαρο της επανάστασης βλ. λάβαρο, σηκώνω/υψώνω το ποτήρι βλ. ποτήρι, τα θέλει/τα τραβάει/τα σηκώνει ο οργανισμός του βλ. οργανισμός, υψώνω/σηκώνω τη φωνή μου βλ. φωνή [< μεσν. σηκώνω, γαλλ. lever]
τοίχος
τοίχος[τοῖχος] τοί-χος ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΔ. κατακόρυφη συνήθ. κατασκευή από δομικά υλικά που λειτουργεί ως μέσο στήριξης, περίφραξης ή διαίρεσης ενιαίου χώρου σε επιμέρους τμήματα: αναλημματικός/διαχωριστικός/διπλός/ελεύθερος (: χωρίς έπιπλα)/εξωτερικός/εσωτερικός/ξύλινος/πέτρινος/πλαϊνός/πλίνθινος/συμπαγής/τυφλός/φέρων/χαμηλός/ψηλός ~. ~ αναρρίχησης/αντιστήριξης. ~ από τσιμεντόλιθο. Βάση/ημερολόγιο/ρολόι ~ου (: που στηρίζεται ή εφάπτεται σε ~ο). Επένδυση/μόνωση ~ων. Παράθυρο στον ~ο. Βάφω/γκρεμίζω/χτίζω έναν ~ο. Κρεμώ το κάδρο στον ~ο. Γράφει συνθήματα στους ~ους. Ένας ~ μας χωρίζει (: μένουμε σε διπλανά σπίτια, διαμερίσματα).|| (μτφ.) Ορθώθηκε/υψώνεται ένας αόρατος ~ ανάμεσά μας (: για έλλειψη επικοινωνίας, επαφής). ΣΥΝ. ντουβάρι (1) ● Υποκ.: τοιχάκι (το): ΣΥΝ. τοιχίο || (ΔΙΑΔ.) Δημοσίευση στον ~ μου. ● ΣΥΜΠΛ.: τέταρτος τοίχος: ΘΕΑΤΡ. (στη θεατρική σκηνή) το νοητό σημείο που ενώνει τον κόσμο όπου διαδραματίζεται το έργο και το κοινό· (στην τηλεόραση) κάμερα ή οθόνη. ● ΦΡ.: κολλώ κάποιον στον τοίχο (μτφ.-προφ.): τον σπρώχνω βίαια με την πλάτη στον τοίχο· κυρ. κατ' επέκτ. τον αποστομώνω, τον φέρνω σε δύσκολη θέση: Τον κόλλησε με δύναμη στον τοίχο.|| Ανέτρεψε τα επιχειρήματά του και τον ~ησε ~. Πβ. ταπώνω. , με την πλάτη στον τοίχο: σε δύσκολη θέση: Η ομάδα καθ' όλη τη διάρκεια του αγώνα βρισκόταν/έπαιξε ~ ~ (: σε θέση άμυνας)., μέσα στους τέσσερις τοίχους: για απομόνωση, περιορισμό σε εσωτερικό χώρο και κατ' επέκτ. για έλλειψη αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον: Η αρρώστια τον κρατάει φυλακισμένο ~ ~ του δωματίου. Είναι δύσκολο να κλειστείς σε ~ ~ μετά τις διακοπές.|| Αποδράστε/βγείτε/ξεφύγετε από τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού σας., στήνω κάποιον στον τοίχο (προφ.) 1. τον εκτελώ με τουφεκισμό. 2. (κυρ. μτφ.) τον επικρίνω πολύ αυστηρά, καθιστώντας τον ανίκανο να αντιδράσει: Με έστησε ~, δεν ήξερα τι να πω. Πβ. στήνω κάποιον στα έξι/τρία μέτρα., τοίχο-τοίχο 1. με την πλάτη στον τοίχο για στήριξη, προφύλαξη ή για να μην γίνω αντιληπτός: Πήγαινε ~ ~. 2. από τον ένα τοίχο ως τον άλλο, σε όλη την έκταση: δωμάτιο ντυμένο ~ ~ με μοκέτα., (και) οι τοίχοι έχουν αυτιά βλ. αυτί, (σαν να) μιλάω στον/με τον τοίχο βλ. μιλώ, βαράω/χτυπάω το κεφάλι μου (στον τοίχο) βλ. κεφάλι [< αρχ. τοῖχος, αγγλ. wall, γαλλ. mur]
τύχη
τύχητύ-χη ουσ. (θηλ.) 1. σύμπτωση ευνοϊκών καταστάσεων: Με λίγη ~ θα κερδίσουμε. Η ~ του βρίσκεται στα χέρια (+γεν.) … Δεν είχε ~ στη ζωή του. Είναι ζήτημα ~ης αν θα τα καταφέρει.|| (στα τυχερά παιχνίδια:) Έχει μεγάλη ~ σήμερα (πβ. φάρδος, ΑΝΤ. γκίνια).|| (ως ευχή:) Καλή ~! Πβ. καλοτυχία. ΑΝΤ. ατυχία (1), γκαντεμιά, κακοτυχία 2. οτιδήποτε καθορίζει θετικά ή αρνητικά την εξέλιξη γεγονότων, χωρίς να έχει προβλεφθεί· μοίρα, πεπρωμένο: Έτσι τα έφερε/τα ΄φερε η ~. Αναζήτησε καλύτερη ~ στο εξωτερικό. Η ~ ευνοεί τους τολμηρούς. Τον εγκατέλειψε η ~ του. Πβ. γραφτό, ειμαρμένη, ριζικό. ΣΥΝ. τυχερό (1) 3. ό,τι σχετίζεται με το μέλλον ή τη μετέπειτα εξέλιξη κάποιου: οι ~ες των ανθρώπινων κοινωνιών. Εντείνεται η ανησυχία για την ~ των αμάχων. Συγκεχυμένες είναι οι πληροφορίες για την ~ των αγνοουμένων.|| (για πράγμα) Αγνοείται η ~ των έργων τέχνης που εκλάπησαν. ● ΣΥΜΠΛ.: ο τροχός της τύχης βλ. τροχός, πείραμα τύχης βλ. πείραμα ● ΦΡ.: από (καθαρή) τύχη: χάρη σε τυχαίο γεγονός ή ευνοϊκή συγκυρία: ~ ~ δεν υπήρξαν θύματα. Επέζησε/σώθηκε ~ ~. Πβ. ως εκ θαύματος., αφήνω/εγκαταλείπω/παρατώ κάποιον/κάτι στην τύχη/στη μοίρα του: δεν νοιάζομαι για κάποιον ή κάτι, αδιαφορώ πλήρως για αυτό(ν): Είχε αφήσει/εγκαταλείψει/παρατήσει ~ του τον άρρωστο πατέρα της. Πβ. αφήνω κάποιον στη δυστυχία του., για καλή/για κακή μου τύχη: (σε αφήγηση) ευτυχώς/δυστυχώς για μένα: Για καλή ~, είχα εξαιρετικούς καθηγητές. Για κακή ~ με έκλεψαν., δεν έχει τύχη: δεν πρόκειται να πετύχει καλά αποτελέσματα, να έχει θετική κατάληξη: Η ομάδα ~ ~ στον τελικό. Με τόσο συντηρητικές απόψεις δεν ~εις ~., δοκιμάζω την τύχη μου: ριψοκινδυνεύω: Δεν είναι σίγουρος για το αποτέλεσμα, αλλά θα ~σει ~ του., έχω την τύχη με το μέρος μου: έχω την εύνοια της τύχης, είμαι καλότυχος: Όλα καλά του πάνε, έχει ~ ~ του!, η τύχη μού γελάει/μού χαμογελάει: αποδεικνύομαι τυχερός: Τόσα χρόνια ζούσε με μεροκάματα, αλλά του χαμογέλασε η τύχη και κέρδισε το λαχείο., η τύχη μού γυρίζει την πλάτη: είμαι κακότυχος: Ενώ όλα πήγαιναν μια χαρά, ξαφνικά η τύχη τού γύρισε ~. Η τύχη γύρισε την πλάτη στην ομάδα., κάνω/βρίσκω την τύχη μου: μου τυχαίνει κάτι καλό και πετυχαίνω, πλουτίζω: Έκανε/βρήκε ~ του στο εξωτερικό., κατά τύχη: τυχαία, συμπτωματικά: Βρέθηκε στην περιοχή ~ ~., κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατο (γνωμ.): όλοι μπορεί να βρεθούν στην ίδια θέση, καθώς η έκβαση των πραγμάτων δεν μπορεί να προκαθοριστεί., κρατώ στα χέρια μου την τύχη κάποιου: καθορίζω, κατευθύνω τη ζωή του., πού τέτοια τύχη! & (σπάν.) χάρη: για να δηλωθεί ότι κάτι δεν μπορεί να γίνει, παρόλο που θα ήταν επιθυμητό: Ήλπιζα ότι θα έβρισκα εισιτήρια, αλλά ~ ~! -Ήρθε; -Μπα! ~ ~! Πβ. πού τέτοιο πρά(γ)μα!, στην τύχη: χωρίς πλάνο, όπως να ’ναι: Αγοράζει/διαλέγει/επιλέγει ~ ~. ΣΥΝ. απλώς/εική και ως έτυχε, στα κουτουρού, στα τυφλά (1), την τύχη/το κέρατό μου μέσα (αργκό-υβριστ.): για να δηλωθεί έντονη αγανάκτηση., τύχη αγαθή [τύχῃ ἀγαθῇ] (λόγ.): κατά καλή τύχη: ~ ~ (: ευτυχώς) αποφεύχθηκε το μοιραίο.|| (επίσ.) ~ ~ έδοξε τη Ακαδημία Αθηνών ..., ακολουθεί τη μοίρα/την τύχη κάποιου βλ. ακολουθώ, αν έχεις τύχη διάβαινε και ριζικό περπάτει βλ. διαβαίνω, ανοίγει η τύχη μου βλ. ανοίγω, αφήνω (κάτι) στην τύχη βλ. αφήνω, γαμώ την τύχη/το φελέκι μου βλ. φελέκι, είμαι άξιος της μοίρας/της τύχης μου βλ. άξιος, ειρωνεία της τύχης βλ. ειρωνεία, ένωσαν τις τύχες τους βλ. ενώνω, έτσι το θέλησε η μοίρα/ο Θεός/η τύχη βλ. θέλω, η τύχη του πρωτάρη βλ. πρωτάρης, πρωτάρα, κοιμάται κι η τύχη του δουλεύει βλ. κοιμάμαι, μίλησε με την τύχη (του) βλ. μιλώ, τύχη βουνό βλ. βουνό [< 1,2: αρχ. τύχη 3: γαλλ. sort]
φορτώνω
φορτώνωφορ-τώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φόρτω-σα, φορτώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος, φορτών-οντας} 1. τοποθετώ φορτίο σε κάτι ή το δίνω σε κάποιον, για να το μεταφέρει: ~σαν τις αποσκευές στο αυτοκίνητο.|| Το καράβι ~σε και σάλπαρε. ΑΝΤ. εκ~.|| Με ~σε (με) ένα σωρό σακούλες. ~θήκαμε (με) τα απαραίτητα και ξεκινήσαμε. Πού πας ~μένος με τόσα βιβλία; Ήρθε ~μένος (με) δώρα. ΑΝΤ. ξεφορτώνω 2. (μτφ.) γεμίζω κάτι υπερβολικά ή του προσθέτω πολλά και περιττά στοιχεία: Μη ~εις το στομάχι σου (ενν. με φαγητό)!|| (ΤΗΛΕΠ.) ~μένο: δίκτυο. ~μένες: γραμμές. Βλ. υπερ~.|| ~μένη: διακόσμηση (ΑΝΤ. λιτή). ~μένο: ντύσιμο (: με πολλά αξεσουάρ· ΑΝΤ. απλό). Βλ. βαρυφορτωμένος. 3. (μτφ.) επιβαρύνω: Τους ~σε (με) μπόλικη δουλειά. Δεν θέλω να σε ~σω με τα προβλήματά μου. Έχει ~θεί (= επωμιστεί) τα οικογενειακά βάρη.|| ~μένη: ατζέντα/μέρα (: με πολλές υποχρεώσεις). Έχω ~μένο πρόγραμμα (= βεβαρημένο). Βλ. απο~.|| (για ανεπιθύμητο πρόσ.) Τι μου τον ~σες τώρα! Τον ~θήκαμε στις διακοπές. 4. (μτφ.) επιρρίπτω, καταλογίζω: Του ~σαν το έγκλημα. Τα ~σαν όλα σε αυτόν. Σταμάτα να ~εις (= ρίχνεις) τις αποτυχίες/τα λάθη/το φταίξιμό σου στους άλλους. ΣΥΝ. χρεώνω (2) 5. ΠΛΗΡΟΦ. μεταφέρω δεδομένα στην κύρια μνήμη ή στον κεντρικό επεξεργαστή: ~ ένα πρόγραμμα.|| Η σελίδα αργεί να ~σει. Βλ. κατα~, μετα~, τηλε~. 6. (προφ.) εκνευρίζομαι, νευριάζω: Σταμάτα, γιατί έχω αρχίσει και ~ (= τα παίρνω).|| Μη με ~εις περισσότερο! 7. (σπάν.) φορτίζω: Περίμενε, μέχρι να ~σει η μπαταρία. ● ΦΡ.: φορτώνομαι σε κάποιον/κάτι (μτφ.-προφ.): γίνομαι βάρος σε κάποιον, προκαλώ ενόχληση συνήθ. με την επίμονη συμπεριφορά μου: Μας ~εται κάθε φορά που δεν έχει με ποιον να βγει. Του ~θηκαν στο σπίτι ένα σωρό άγνωστοι (πβ. κουβαλιέμαι)., φορτώνομαι στην πλάτη μου (μτφ.-προφ.): επιφορτίζομαι, επωμίζομαι: Έχει ~θεί ~ του όλες τις ευθύνες., τα φόρτωσε στον κόκορα βλ. κόκορας [< μεσν. φορτώνω 5: αγγλ. load, 1953]
χορεύω
χορεύωχο-ρεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {χόρ-εψα, -έψει, χορεύ-οντας} 1. εκτελώ μόνος ή μαζί με ένα ή περισσότερα πρόσωπα συγκεκριμένες ρυθμικές κινήσεις ή βήματα, ακολουθώντας τον ρυθμό μουσικής ή τραγουδιού: ~ σε γάμους/γιορτές/κλαμπ. ~ πάνω στο τραπέζι/προκλητικά/στην πίστα. ~ με κάποιον. ~ και τραγουδώ. Δεν ξέρω/μου αρέσει να ~. ~ουν γύρω από τη φωτιά/κυκλικά/ντουέτο. Το ζευγάρι ~εψε μέχρι το πρωί. Της ζήτησε να ~έψουν. ~ετε, παρακαλώ;|| ~ λάτιν/τσιφτετέλι. ~ουν βαλς/καλαματιανό/μπλουζ/τανγκό. Χορός που ~εται αντικριστά/από άνδρες/από γυναίκες/αργά.|| ~εψε τη νύφη (= ~εψε μαζί της). 2. κουνώ ρυθμικά: ~εψε το μωρό στα γόνατά/πόδια του (= το ταχτάρισε). 3. {στο γ' πρόσ.} (μτφ.) εκτελώ κινήσεις κυκλικές ή απότομες, χωρίς ρυθμό ή σταθερότητα: (λογοτ.) Οι νιφάδες/τα κύματα ~ουν.|| Τα πάντα άρχισαν να ~ουν (= γυρίζουν) μπροστά του (βλ. ζαλίζομαι).|| Η γη ~ει (: σείεται λόγω δυνατού σεισμού). ● ΣΥΜΠΛ.: ο χορός του Ησαΐα/το Ησαΐα χόρευε βλ. Ησαΐας ● ΦΡ.: μοναχός σου χόρευε κι όσο θέλεις πήδα: όσο δεν φέρεις την ευθύνη άλλων ατόμων, μπορείς να κάνεις ό,τι θες., χόρευε στη βροχή/στη λάσπη (μτφ.): (για ποδοσφαιριστή ή αθλητή) είχε εξαιρετική επίδοση παρά τον βρεγμένο ή λασπωμένο αγωνιστικό χώρο., χορεύει (πάνω) στις πλάτες: εξυπηρετεί τα συμφέροντά του σε βάρος κάποιου: ~ουν ~ του κοσμάκη/των ανέργων., αφού μπήκαμε στον χορό, θα χορέψουμε/όποιος μπαίνει στον χορό, χορεύει! βλ. χορός, νηστικό αρκούδι δεν χορεύει βλ. αρκούδι, όταν λείπει η γάτα, χορεύουν τα ποντίκια βλ. γάτα, τρεις λαλούν και δυο χορεύουν βλ. λαλεί, χορεύω (κάποιον) στο ταψί/κάνω (κάποιον) να χορέψει στο ταψί βλ. ταψί [< 1: αρχ. χορεύω]