Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • πλήρωμα πλή-ρω-μα ουσ. (ουδ.) {πληρώμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. οι άνθρωποι που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε πλοίο, αεροσκάφος ή όχημα (συνήθ. εκτός του κυβερνήτη), το προσωπικό: εκπαιδευμένο/έμπειρο ~. ~ καμπίνας. ~ του αντιτορπιλικού/της φρεγάτας.|| ~ εδάφους/θαλάμου διακυβέρνησης/θαλάμου επιβατών.|| ~ ασθενοφόρου/περιπολικού. 2. (σπάν.-προφ.) πληρωμή. ● ΣΥΜΠΛ.: το πλήρωμα της Εκκλησίας/το χριστεπώνυμο πλήρωμα: ΕΚΚΛΗΣ. τα μέλη της Εκκλησίας, οι χριστιανοί., το πλήρωμα του χρόνου 1. η κατάλληλη στιγμή για κάτι: Έχει έρθει/έφτασε ~ ~ για ... 2. ΕΚΚΛΗΣ. η συντέλεια του κόσμου. [< 1: αρχ. πλήρωμα 2: μτγν. πλήρωμα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.