Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • πλακίδιο πλα-κί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. (επίσ.) πλακάκι: ~α δαπέδου/μπάνιου. 2. μικρή πλακέτα: μεταλλικό ~. (ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) ~α πυριτίου (βλ. τσιπ1). Βλ. -ίδιο.

-ίδιο

-ίδιο{-ιδίου | -ιδίων} (λόγ.): υποκοριστικό επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών: αγαλματ~/εικον~/κρατ~/κυστ~/ογκ~/σακ~/σταγον~/φιαλ~.|| (με μείωση ή απώλεια της υποκοριστικής σημ.:) Bακτηρ~/γον~.