πλακούντας πλα-κού-ντας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -ος} 1. ΑΝΑΤ. όργανο των θηλυκών ανώτερων θηλαστικών με το οποίο συνδέεται το έμβρυο με τη μήτρα κατά την κύηση και είναι απαραίτητο για την τροφή και την ανάπτυξη του εμβρύου· αποβάλλεται μετά τον τοκετό: οπίσθιος/χαμηλός ~ (: ανάλογα με τη θέση του). Ο ~ παράγει ορμόνες απαραίτητες για επιτυχή εγκυμοσύνη. Βλ. ομφάλιος λώρος, τροφοβλάστη.2. κατάλοιπο μετά την εξαγωγή λαδιού από τον σπόρο φυτών, πλούσιο σε πρωτεΐνες, το οποίο χρησιμοποιείται σε ζωοτροφές. 3. ΜΑΓΕΙΡ. -ΑΡΧ. πίτα ή γλύκισμα από ζύμη με μέλι, ξηρούς καρπούς και μυρωδικά. ● ΣΥΜΠΛ.: προδρομικός πλακούντας & πρόδρομος πλακούντας: ΙΑΤΡ. που καλύπτει ολόκληρος ή εν μέρει τον τράχηλο της μήτρας. [< νεολατ. placenta previa] , αποκόλληση πλακούντα βλ. αποκόλληση [< αρχ. πλακοῦς]
αποκόλληση
αποκόλληση[ἀποκόλληση] α-πο-κόλ-λη-ση ουσ. (θηλ.) 1. απόσπαση σώματος ή υλικού από άλλο, με το οποίο ήταν ενωμένο ή κολλημένο: ~ βράχου. Συγκόλληση και ~ ηλεκτρονικών εξαρτημάτων (βλ. αποσύνδεση). Αποφλοιώσεις/ρηγματώσεις και ~ήσεις. ~ κομματιών επιχρίσματος (από οροφές/τοίχους). ~ και συντήρηση τοιχογραφιών (= αποτοίχιση). Bλ. επικόλληση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του νυχιού (από το δέρμα)/των ούλων (από τα δόντια)/(του) υαλώδους. Διαδικασία ~ης σιαμαίων. Πβ. ξεκόλλημα. ΑΝΤ. κόλληση 2. (μτφ.) αποδέσμευση: ~ από το παρελθόν. ΑΝΤ. προσκόλληση (1) ● ΣΥΜΠΛ.: αποκόλληση (του) αμφιβληστροειδούς: ΙΑΤΡ. διαχωρισμός του αμφιβληστροειδούς από τον χοριοειδή χιτώνα που μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της όρασης. [< γαλλ. décollement de la rétine] , αποκόλληση πλακούντα: ΙΑΤΡ. αποχωρισμός τμήματος του πλακούντα από το τοίχωμα της μήτρας: πρόωρη ~ ~. Βλ. απόπτωση. [< γαλλ. décollement]
ομφάλιος
ομφάλιος, α, ο [ὀμφάλιος] ομ-φά-λι-ος επίθ. 1. ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τον ομφαλό ή τον ομφάλιο λώρο: ~α: φλέβα. ~ο: αίμα.2. (μτφ.-λόγ.) που δηλώνει σχέση εξάρτησης: ~ος: δεσμός. ~α: σχέση. ● ΣΥΜΠΛ.: ομφάλιος λώρος1. ΑΝΑΤ. αγγειακό στέλεχος που συνδέει το έμβρυο με τον πλακούντα, μεταφέρει την τροφή στο έμβρυο και απομακρύνει τα απεκκρίματα: κύτταρα του ~ου ~ου (πβ. βλαστοκύτταρα).2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) για να δηλωθεί σχέση εξάρτησης: ο ~ ~ μεταξύ κομματικών μηχανισμών και κράτους. [< γαλλ. cordon ombilical] ● ΦΡ.: κόβω τον ομφάλιο λώρο βλ. κόβω [< μτγν. ὀμφάλιος 'κυρτός']
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.