πλατφόρμα πλατ-φόρ-μα ουσ. (θηλ.) 1. εξέδρα (για διάφορες χρήσεις): θαλάσσια/πλωτή ~ άντλησης (/γεώτρησης) πετρελαίου/εκτόξευσης πυραύλων.|| Ανυψωτική/κινητή/κυλιόμενη/υδραυλική ~. ~ εργασίας/ζύγισης/μεταφοράς. Βλ. γεφυροπλάστιγγα.|| Φορτηγό με ~ (: καρότσα, ρυμούλκα).|| (σε κότερο:) ~ κολύμβησης. Βλ. βατήρας.2. αποβάθρα: οι ~ες του μετρό/(σιδηροδρομικού) σταθμού.3. (μτφ., κυρ. στο πολιτικό λεξιλόγιο) σύνολο κοινών αρχών, απόψεων, θέσεων· κατ' επέκτ. πεδίο, χώρος: ιδεολογική/πολιτική ~. Αναζητούν/βρήκαν/διατύπωσαν μια ~ δράσης/συζήτησης/συνεννόησης. Πβ. βάση, πολιτική.|| Ιστοχώρος που αποτελεί (μια) ~ διαλόγου/ενημέρωσης/επικοινωνίας.4. ΠΛΗΡΟΦ.-ΠΑΙΔΑΓ. συνδυασμός υλισμικού και λογισμικού ή λογισμικό υποστήριξης για συγκεκριμένη δραστηριότητα: διαδραστική/διαδικτυακή/ενιαία/εύχρηστη/ηλεκτρονική/κοινή/ψηφιακή εκπαιδευτική ~. ~ ασύγχρονης (τηλ)εκπαίδευσης/ηλεκτρονικής μάθησης. ~ες ανάπτυξης εφαρμογών. ● πλατφόρμες (οι): γυναικεία παπούτσια, συνήθ. καλοκαιρινά πέδιλα, με ενιαία σόλα μεγάλου πάχους. [< αγγλ. platforms] ● ΣΥΜΠΛ.: πλατφόρμα δόνησης βλ. δόνηση [< 1,2: γαλλ. plateforme 3,4: αγγλ. platform]
βατήρας
βατήραςβα-τή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΑΘΛ. στενή, εύκαμπτη σανίδα στην οποία πατά ο αθλητής για να πάρει φόρα, πριν εκτελέσει άλμα (π.χ. στην ενόργανη ή ρυθμική γυμναστική) ή βουτιά: ελαστικός (πβ. τραμπολίνο)/σταθερός ~ (πβ. πλατφόρμα). ~ κατάδυσης. ~ πέντε/τριών μέτρων. Πισίνα με ~α. Πβ. εφαλτήριο. Βλ. ανα~, -τήρας.2. (μτφ.) καθετί που χρησιμεύει ως σημείο εκκίνησης για μελλοντική δραστηριότητα: ~ ανέλιξης/επαγγελματικής σταδιοδρομίας. ● ΣΥΜΠΛ.: βατήρας εκκίνησης: ΑΘΛ. εξοπλισμός σε αγώνες δρόμου, που αποτελείται από μεταλλική ράγα, με εγκοπές για τη ρύθμιση των δύο στηριγμάτων των ποδιών δεξιά και αριστερά και πλάκες στήριξης στο έδαφος. [< αρχ. βατήρ, γαλλ. tremplin]
γεφυροπλάστιγγα
γεφυροπλάστιγγαγε-φυ-ρο-πλά-στιγ-γα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ζυγιστικό όργανο βαρέων οχημάτων με μορφή πλατφόρμας: ~ εργοστασίου/σιδηροδρόμου/τελωνείου. [< γερμ. Brückenwaage]
δόνηση
δόνησηδό-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. παλμική, απότομη και επαναλαμβανόμενη κίνηση: ~ήσεις της μηχανής. Πβ. κραδασμός, ταρακούνημα, τράνταγμα. Βλ. αντι~.|| (ΤΗΛΕΠ., ενσωματωμένη παλμική ειδοποίηση σε κινητά για κλήσεις ή μηνύματα:) Λειτουργία ~ης.2. ΦΥΣ. ταλάντωση υψηλής συχνότητας και μικρού πλάτους: ηλεκτρομαγνητικές/ηχητικές/κατακόρυφες/οριζόντιες ~ήσεις. Οι ~ήσεις των φωνητικών χορδών (: για την παραγωγή φωνής, πβ. παλμός). Βλ. μικροδονήσεις.3. (μτφ.) μεγάλη αναστάτωση: ψυχική ~. Τα αποτελέσματα της κάλπης προκαλούν πολιτικές ~ήσεις. Πβ. αναταραχή, κλονισμός, σάλος. ● ΣΥΜΠΛ.: πλατφόρμα δόνησης: ΓΥΜΝ. όργανο παθητικής γυμναστικής που αποτελείται από πλάκα που πάλλεται, προκαλώντας μυϊκές συσπάσεις στον αθλούμενο, για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των ασκήσεων. [< αγγλ. power ή vibration plate] , σεισμική δόνηση: ΓΕΩΦ. σεισμός: ασθενής/ισχυρή ~ ~ (με επίκεντρο ...). [< γαλλ. secousse sismique] [< μεσν. δόνησις, γαλλ. vibration]
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.