πλεονέκτημα πλε-ο-νέ-κτη-μα ουσ. (ουδ.) {πλεονεκτήμ-ατος | -ατα, -άτων}: θετικός παράγοντας ή χαρακτηριστικό που κάνει κάποιον ή κάτι να υπερέχει συγκριτικά, αποτελώντας κέρδος, όφελος: διαπραγματευτικό/επιχειρηματικό/ηθικό/πολιτικό/στρατηγικό ~. Θεσμικά/κοινωνικά/λειτουργικά/οικονομικά/περιβαλλοντικά/τεχνολογικά/φορολογικά ~ατα. Τα (βασικότερα/κυριότερα) ~ατα του διαδικτύου/μιας μεθόδου. Περιοχή που εμφανίζει/παρουσιάζει το ισχυρό/πρόσθετο ~ ότι/να βρίσκεται κοντά στη θάλασσα. Το ~ (του) να είναι … Αξιοποιώ/απολαμβάνω/εκμεταλλεύομαι τα ~ατα μιας νέας συσκευής. Εξοπλισμός που διαθέτει/εξασφαλίζει/παρέχει/προσφέρει μοναδικά/πολλά/σημαντικά ~ατα (έναντι των υπολοίπων/σε σύγκριση με τους άλλους). Πβ. προβάδισμα, προσόν, προτέρημα, υπεροχή. ΣΥΝ. αβαντάζ (1), ατού (1) ΑΝΤ. μειονέκτημα ● ΣΥΜΠΛ.: ανταγωνιστικό πλεονέκτημα: ΟΙΚΟΝ. καθένα από τα χαρακτηριστικά επιχείρησης, προϊόντος ή υπηρεσίας που ευνοεί την επικράτησή τους στην αγορά. [< αγγλ. competitive advantage], μηχανικό πλεονέκτημα: ΦΥΣ. ο λόγος της δύναμης που παράγει μια μηχανή προς τη δύναμη που εφαρμόζεται σε αυτή. [< αγγλ. mechanical advantage], συγκριτικό πλεονέκτημα ΟΙΚΟΝ. 1. υπεροχή σε σύγκριση με κάτι: Εταιρεία που διαθέτει το ~ ~ της εξατομίκευσης των υπηρεσιών (έναντι των ανταγωνιστών της/σε σχέση με άλλες).2. υπεροχή μιας χώρας έναντι άλλης στην παραγωγή ενός συγκεκριμένου αγαθού. [< αγγλ. comparative advantage], πλεονέκτημα/μειονέκτημα έδρας βλ. έδρα ● ΦΡ.: αφήνω (το) πλεονέκτημα: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) αφήνω την ομάδα που έχει την μπάλα στην κατοχή της να συνεχίσει (τον αγώνα), αν και προηγήθηκε παράβαση υπέρ της: Ο διαιτητής δεν άφησε ~ και υπέδειξε φάουλ έξω από την περιοχή. [< αρχ. πλεονέκτημα]
έδρα
έδρα[ἕδρα] έ-δρα ουσ. (θηλ.) {εδρ-ών} 1. τόπος ή κτίριο όπου λειτουργεί ή στεγάζεται μόνιμα η διοίκηση Αρχής ή νομικού προσώπου: η ~ των Ηνωμένων Εθνών/του ΝΑΤΟ. Η νόμιμη ~ της τράπεζας. Η ιστορική έδρα του δήμου ... Το νησί αποτελεί διοικητική ~ του Πανεπιστημίου. Η ~ (: τα κεντρικά γραφεία) της επιχείρησης/του ιδρύματος/του ομίλου. Έχει ως επαγγελματική ~ την οικία της. (για νομικό πρόσωπο) Η καταστατική ~ (: που ορίζεται από το καταστατικό) και η πραγματική ~ (: όπου πράγματι λειτουργεί η διοίκηση).|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Επισκοπική ~. Η ~ του Πατριαρχείου (= πατριαρχική ~).|| (προφ.) Επιστρέψαμε στην ~ μας (= στον τόπο διαμονής). Πβ. βάση. 2. (μτφ.) θέση ή αξίωμα δημόσιου λειτουργού σε ένα σώμα· κυρ. καθεμία από τις βουλευτικές θέσεις τις οποίες έχει μια εκλογική περιφέρεια ή κερδίζει ένα κόμμα στις εκλογές· (ειδικότ.-παλαιότ.) θέση καθηγητή σε ανώτερο ή ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα: Προκήρυξη για την πλήρωση μιας ~αςτακτικού μέλους της Ακαδημίας Αθηνών. Δικαστική ~. (περιληπτ., το σύνολο των δικαστών σε μια δίκη:) H ~ αποφάσισε κατά πλειοψηφία ότι ... Ο εισαγγελέας της ~ας.|| Κοινοβουλευτική ~. Απόλυτη πλειοψηφία ~ών στη Βουλή. Κατανομή ~ών. Η αναλογικότητα ψήφων-~ών. Το κόμμα έχασε συνολικά ... ~ες.|| Πανεπιστημιακή ~. Πβ. θώκος.3. ΑΘΛ. το γήπεδο μιας ομάδας· συνεκδ. το σύνολο των οπαδών της που παρευρίσκονται σε αυτό και η ατμόσφαιρα που δημιουργούν κατά τη διεξαγωγή ενός αγώνα, ως παράγοντες που επηρεάζουν την έκβασή του: απόρθητη (: για ανίκητη ομάδα στους εντός του γηπέδου της αγώνες)/ουδέτερη (: που δεν είναι το γήπεδο καμιάς από τις αγωνιζόμενες ομάδες)/φυσική ~. Νικήσαμε/χάσαμε στην ~ μας.|| Γερή/δύσκολη/σκληρή ~.|| (προφ.) Διαιτητής που παίζει/σφυρίζει ~ (: μεροληπτεί υπέρ των γηπεδούχων). 4. βάθρο ομιλητή, δασκάλου, δικαστή, εφοδιασμένο με κάθισμα ή γραφείο: υπερυψωμένη ~. Ο πρόεδρος της Βουλής ανέβηκε στην ~ (πβ. βήμα). Πβ. εξ~, πόντιουμ.5. (λόγ.) κάθισμα: ανακλινόμενη/περιστρεφόμενη ~. Ενιαία/ξεχωριστή ~-πλάτη πολυθρόνας. ~ που ρυθμίζεται καθ' ύψος. Ηλεκτρονική ανύψωση ~ας. Πβ. θέση.6. ΓΕΩΜ. καθένα από τα πολύγωνα που αποτελούν την κλειστή επιφάνεια ενός στερεού σχήματος ή τα ημιεπίπεδα μιας δίεδρης γωνίας: τριγωνικές ~ες. Οι ~ες του κύβου.|| Οι ~ες του διαμαντιού.7. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. πρωκτός· γλουτοί, οπίσθια. Πβ. σφιγκτήρας.8. (επιστ.) κέντρο: ~ της νόησης είναι ο εγκέφαλος. ● ΣΥΜΠΛ.: η Αγία Έδρα: ΘΡΗΣΚ. το Βατικανό ως τόπος όπου διαμένει και ασκεί την εξουσία του ο πάπας· συνεκδ. οι εκπρόσωποί του. [< ιταλ. la Santa Sede] , πλεονέκτημα/μειονέκτημα έδρας: ΑΘΛ. για περιπτώσεις όπου μια ομάδα είναι γηπεδούχος ή φιλοξενούμενη στον πρώτο από μια σειρά αγώνων, επομένως πλεονεκτεί ή μειονεκτεί, αντίστοιχα, έναντι της αντιπάλου της στην προσπάθεια να συμπληρώσει τον απαιτούμενο αριθμό νικών για πρόκριση σε επόμενη φάση ή κατάκτηση τροπαίου: Διατηρούν το πλεονέκτημα (της) έδρας. ● ΦΡ.: εκτός έδρας1. ΑΘΛ. στο γήπεδο αντίπαλης ομάδας: νίκη ~ ~.2. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. μακριά από τον μόνιμο τόπο εργασίας και διαμονής: Μισθωτός που εργάζεται ~ ~.|| (ως επίθ.) ~ ~ διανυκτέρευση (υπαλλήλου).|| (ως ουσ.) Τα ~ ~. , εντός έδρας: ΑΘΛ. στο γήπεδο που αποτελεί την έδρα της ομάδας: το τελευταίο ~ ~ παιχνίδι. Παίζουμε ~ ~., παρά φύση έδρα & (λόγ.) παρά φύσιν έδρα: ΙΑΤΡ. τεχνητό απεκκριτικό στόμιο στην κοιλιακή χώρα, που δημιουργείται με ειλεοστομία. [< αγγλ. abdominal anus, γαλλ. anus abdominal] [< αρχ. ἕδρα, γαλλ. siège, chaire 6: μτγν. ἕδρα]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.