Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • πληροφορώ [πληροφορῶ] πλη-ρο-φο-ρώ ρ. (μτβ.) {πληροφορ-είς ... | πληροφόρ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος, -ώντας}: παρέχω πληροφορίες: ~ κάποιον εκτενώς/λεπτομερώς/πλήρως/σε γενικές γραμμές. Έγγραφο της εποχής/το περιοδικό/η πινακίδα/ο συγγραφέας μάς ~εί ότι ... Τον ~ησε (= ενημέρωσε, κατατόπισε) για την ώρα διεξαγωγής των εξετάσεων. Μας ~ησαν σχετικά με ... ~ήθηκε (= έμαθε) το γεγονός από τις εφημερίδες/την τηλεόραση.|| (σε ανακοίνωση) Η εταιρεία ~εί τους πελάτες της ότι ... (= ειδοποιεί). Πβ. γνωστοποιώ. Βλ. παρα~. ● βλ. πληροφορημένος [< μτγν. πληροφορῶ 'επιτελώ πλήρως', γαλλ. informer, renseigner]

πληροφορημένος

πληροφορημένος, η, ο πλη-ρο-φο-ρη-μέ-νος επίθ.: που έχει πληροφορηθεί, ενημερωθεί: (ελλιπώς/επαρκώς/σωστά) ~ος: καταναλωτής/πολίτης. ~η: κοινή γνώμη (πβ. διαφωτισμένος). Όπως αναφέρουν καλά ~οι κύκλοι/σύμφωνα με καλά ~ες πηγές, ...|| (ΙΑΤΡ.) ~η: συγκατάθεση (= με πλήρη γνώση). ΑΝΤ. ακατατόπιστος, απληροφόρητος ● βλ. πληροφορώ [< μτγν. πεπληροφορημένος, γαλλ. informé, αγγλ. informed]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.