πληροφορώ [πληροφορῶ] πλη-ρο-φο-ρώ ρ. (μτβ.) {πληροφορ-είς ... | πληροφόρ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος, -ώντας}: παρέχω πληροφορίες: ~ κάποιον εκτενώς/λεπτομερώς/πλήρως/σε γενικές γραμμές. Έγγραφο της εποχής/το περιοδικό/η πινακίδα/ο συγγραφέας μάς ~εί ότι ... Τον ~ησε (= ενημέρωσε, κατατόπισε) για την ώρα διεξαγωγής των εξετάσεων. Μας ~ησαν σχετικά με ... ~ήθηκε (= έμαθε) το γεγονός από τις εφημερίδες/την τηλεόραση.|| (σε ανακοίνωση) Η εταιρεία ~εί τους πελάτες της ότι ... (= ειδοποιεί). Πβ. γνωστοποιώ. Βλ. παρα~. ● βλ. πληροφορημένος [< μτγν. πληροφορῶ 'επιτελώ πλήρως', γαλλ. informer, renseigner]
πληροφορημένος
πληροφορημένος, η, ο πλη-ρο-φο-ρη-μέ-νος επίθ.: που έχει πληροφορηθεί, ενημερωθεί: (ελλιπώς/επαρκώς/σωστά) ~ος: καταναλωτής/πολίτης. ~η: κοινή γνώμη (πβ. διαφωτισμένος). Όπως αναφέρουν καλά ~οι κύκλοι/σύμφωνα με καλά ~ες πηγές, ...|| (ΙΑΤΡ.) ~η: συγκατάθεση (= με πλήρη γνώση). ΑΝΤ. ακατατόπιστος, απληροφόρητος ● βλ. πληροφορώ [< μτγν. πεπληροφορημένος, γαλλ. informé, αγγλ. informed]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.