Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • πλούσιος , α, ο πλού-σι-ος επίθ. {λόγ. θηλ. -ία | πλουσιότ-ερος, -ατος} 1. που έχει μεγάλη κινητή ή/και ακίνητη περιουσία: ~ος: επιχειρηματίας (βλ. εκατομμυριούχος, κροίσος, μεγιστάνας). ~α: οικογένεια. Έγινε ~ερος κατά μερικές χιλιάδες ευρώ. Πβ. ευκατάστατος, εύπορος, φραγκάτος.|| (κατ' επέκτ.) ~ος: νομός. ~ες: συνοικίες (βλ. χάι). ~ες: χώρες (= αναπτυγμένες).|| Προσβλέπει σε έναν ~ο γάμο. ΑΝΤ. φτωχός (1) 2. που διαθέτει κάτι σε μεγάλο βαθμό, ποσότητα ή ποικιλία· άφθονος: ~ος: διάκοσμος/εξοπλισμός/κατάλογος/μπουφές/ψυχικός κόσμος. ~α: γη/δραστηριότητα/παράδοση/συλλογή/χλωρίδα και πανίδα. ~ο: γεύμα/έργο/θέαμα/λεξιλόγιο/περιεχόμενο/πρόγραμμα/ρεπερτόριο. ~ες: εκδηλώσεις/ιδέες. ~α: δάση/μαλλιά (= πυκνά)/συναισθήματα.|| ~α: δωρεά/προσφορά (= γενναία, πλουσιοπάροχη).|| ~ος: ήχος. ~ο άρωμα. Γιαούρτι με ~α γεύση (= γεμάτη). 3. ακριβός, πολυτελής: ~α: επίπλωση. ~ο: σπίτι. ~α: σκηνικά. Κερδίστε ~α δώρα!|| Ζει μια ~α ζωή. Πβ. χλιδάτος. ● Ουσ.: πλούσιος (ο): το χάσμα ~ίων και φτωχών. Πβ. λεφτάς, παραλής. ● επίρρ.: πλούσια ● ΦΡ.: κάνω κάποιον πλούσιο: σε περιπτώσεις που κάποιος ξοδεύει πολλά χρήματα σε κάτι, με αποτέλεσμα να ωφελείται οικονομικά ο πωλητής ή πάροχός του: Με τόσα τηλεφωνήματα, έχεις κάνει ~ τον ΟΤΕ., πλούσιος σε ...: γεμάτος από· περιεκτικός, πολυποίκιλος: έδαφος ~ο σε οργανικές ουσίες. Περιοχές ~ες σε βλάστηση. Τροφές ~ες σε βιταμίνες και ιχνοστοιχεία.|| Δικτυακός τόπος ~ σε θεματολογία. Σελίδες ~ες σε πληροφορίες., πλούσια τα ελέη βλ. έλεος, πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν βλ. πτωχεύω [< αρχ. πλούσιος, γαλλ. riche]
  • πλουσιόσπιτο πλου-σι-ό-σπι-το ουσ. (ουδ.) (προφ.): πολυτελές σπίτι. Βλ. αρχοντικό, βίλα, έπαυλη. ΑΝΤ. φτωχόσπιτο

αρχοντικό

αρχοντικό[ἀρχοντικό] αρ-χο-ντι-κό ουσ. (ουδ.) 1. πολυτελής, μεγαλόπρεπη οικία: επιβλητικό/νεοκλασικό/παραδοσιακό/πέτρινο ~. Αναπαλαίωση ~ού. Νησιώτικα ~ά. ΣΥΝ. αρχοντόσπιτο, παλάτι (2) 2. (λαϊκό) σπιτικό: Κοπιάστε στ' ~ μας. [< μεσν. αρχοντικόν]

εκατομμυριούχος

εκατομμυριούχος[ἑκατομμυριοῦχος] ε-κα-τομ-μυ-ρι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {σπάν. θηλ. εκατομμυριούχα}: πρόσωπο με περιουσία πολλών εκατομμυρίων: Έγιναν ~οι μέσα σε ένα βράδυ. Πβ. ζάπλουτος, λεφτάς, πάμπλουτος. Βλ. δισ~, πολυ~, τρισ~, -ούχος1.|| (ως επίθ.) ~ούχος: επιχειρηματίας. [< γαλλ. millionnaire]

έλεος

έλεος[ἔλεος] έ-λε-ος ουσ. (ουδ.) {ελέ-ους | -η} 1. ευσπλαχνία, συμπόνια: Δείχνω ~. Ζητώ το ~ κάποιου. Χωρίς ~ (= ανηλεώς). Συμπάθεια και ~ για τους άλλους. Πβ. ελεημοσύνη, λύπηση, οίκτος, πονοψυχία.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η αγάπη και το ~ του Θεού. 2. (ως επιφών.) δηλώνει αγανάκτηση, διαφωνία ή δυσαρέσκεια για κάτι που γίνεται σε υπερβολικό βαθμό· φτάνει πια: ~ με το ψέμα και την κοροϊδία! ~ ρε παιδιά, ούτε ίχνος ντροπής; Η πόλη είναι γεμάτη σκουπίδια εδώ και μέρες. ~! 3. (ως επιφών.) για έκφραση βοήθειας, λύπησης, συγχώρεσης: ~, σταμάτα.ελέη (τα): αγαθά: τα ~ της φύσης. ● ΣΥΜΠΛ.: αδελφή του ελέους 1. μέλος ρωμαιοκαθολικής αδελφότητας που προσφέρει φιλανθρωπικό έργο: μοναστικό τάγμα/ορφανοτροφείο των ~ών ~. 2. (συνήθ. ειρων.) πρόσωπο φιλάνθρωπο ή σεμνότυφο. 3. (καταχρ.-αργκό) ομοφυλόφιλος. [< γαλλ. soeur de la charité] , άγγελος του ελέους βλ. άγγελος ● ΦΡ.: πλούσια τα ελέη: για αφθονία, συνήθ. αγαθών ή χαρισμάτων: Έχουν ~ ~, δεν τους λείπει τίποτα.|| (συνήθ. για γυναίκα με πλούσια σωματικά προσόντα) Είναι ψηλή με ~ ~., στο έλεος (κάποιου): στην απόλυτη διάθεση, υπό την επίδραση, την κυριαρχία κάποιου: Βρίσκεται/είναι ~ ~ της τύχης/της φύσης/της φωτιάς., στο έλεος του Θεού: χωρίς καμία απολύτως βοήθεια: Αφήνω/εγκαταλείπω κάποιον ~ ~., τα ελέη του Θεού: τα άφθονα αγαθά που δίνει ο Θεός στους ανθρώπους: (συχνά ως ευχή:) Μακάρι να 'χεις όλα ~ ~. Πβ. του Αβραάμ και του Ισαάκ τα αγαθά/τα καλά. [< 1: μτγν. ἔλεος]

πτωχεύω

πτωχεύωπτω-χεύ-ω ρ. (αμτβ.) {πτώχευ-σε (λόγ. μτχ. πτωχεύσ-ας, -ασα), -μένος, -οντας} (λόγ.): περιέρχομαι σε πτώχευση: Η εταιρεία ~σε. Πβ. βαράει/ρίχνει/σκάει κανόνι, βουλιάζω, πέφτω έξω, φαλιρίζω. ΣΥΝ. χρεοκοπώ (1) ● ΦΡ.: πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν (από εκκλησιαστικό τροπάριο): για το ευμετάβλητο των ανθρώπινων πραγμάτων., δυστυχώς επτωχεύσαμεν βλ. δυστυχώς [< αρχ. πτωχεύω ‘είμαι ή γίνομαι φτωχός’, γαλλ. faire faillite]