Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • πνικτικός , ή, ό πνι-κτι-κός επίθ. (λόγ.): πνιγηρός. ΣΥΝ. αποπνικτικός [< μτγν. πνικτικός]