Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [1-2]


  • ποδηλατοδρόμος πο-δη-λα-το-δρό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): αθλητής ποδηλατοδρομίας. Πβ. ποδηλάτης, ποδηλατιστής. Βλ. -δρόμος.
  • ποδηλατόδρομος πο-δη-λα-τό-δρο-μος ουσ. (αρσ.): λωρίδα δρόμου για την αποκλειστική κυκλοφορία ποδηλάτων: περιαστικός ~. Δίκτυο ~ων. Βλ. -δρομος. [< γαλλ. piste cyclable]

-δρομος

-δρομος{-δρομου (λόγ.) -δρόμου | -δρομων (λόγ.) -δρόμων, -δρομους (λόγ.) -δρόμους}: β' συνθετικό αρσενικών ουσιαστικών με αναφορά σε δρόμο: αυτοκινητό~/λεωφορειό~/μονό~/πεζό~/ποδηλατό~. Σιδηρό~/τροχιό~.|| Aσφαλτό~/καρό~/χωματό~.|| Ταινιό~.