Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ποδοσφαιροποίηση πο-δο-σφαι-ρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (μειωτ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ποδοσφαιροποιώ: ~ της πολιτικής ζωής. Βλ. χουλιγκανισμός, -ποίηση.

χουλιγκανισμός

χουλιγκανισμόςχου-λι-γκα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ο τρόπος δράσης των χούλιγκαν: ποδοσφαιρικός ~. Έξαρση του ~ού. Κρούσματα ~ού. Προσπάθειες να αντιμετωπιστεί/καταπολεμηθεί ο ~ των γηπέδων. Εμπλέκεται σε ~ούς (= βανδαλισμούς). Βλ. βία, φανατισμός.|| (μτφ.) Πολιτικός ~. Βλ. ποδοσφαιροποίηση, τραμπουκισμός, -ισμός. [< αγγλ. hooliganism, 1898, γαλλ. hooliganisme, 1958]