Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • ποιητάρης ποι-η-τά-ρης ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): λαϊκός συνθέτης αυτοσχέδιων στίχων που σχετίζονται με την επικαιρότητα: οι ~ηδες της Κύπρου. Πβ. ριμαδόρος. Βλ. -άρης.