Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ποιητής, ποιήτρια

    ποι-η-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. λογοτέχνης που συνθέτει ποιήματα: γνήσιος/εθνικός/κορυφαίος/κωμικός/μεγάλος/νομπελίστας/σπουδαίος ~. Βλ. πεζογράφος, συγγραφέας. 2. δημιουργός: ο ~ του κόσμου (= ο Θεός). Πβ. Πλάστης.|| (μτφ.) ~ της φωτογραφικής τέχνης (: για ταλαντούχο φωτογράφο). ● ΣΥΜΠΛ.: τραγικός ποιητής βλ. τραγικός ● ΦΡ.: τι θέλει να πει/τι εννοεί ο ποιητής; (ειρων.): για κάτι δυσνόητο: Διάβασα τον νόμο, αλλά ειλικρινά δεν καταλαβαίνω ~ ~. [< 1: μτγν. ποιητής, ποιήτρια 2: αρχ. ποιητής]

πεζογράφος

πεζογράφοςπε-ζο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): συγγραφέας πεζών λογοτεχνικών έργων: κορυφαίος/μεταπολεμικός ~. Βλ. -γράφος. [< μτγν. πεζογράφος]

τραγικός

τραγικός, ή, ό τρα-γι-κός επίθ. 1. που προκαλεί έντονη λύπη, οίκτο ή έχει συμβεί με θλιβερό ή βίαιο τρόπο: ~ός: θάνατος. ~ή: είδηση/εμπειρία/εξέλιξη/επέτειος/ιστορία/κατάληξη/μέρα/μοναξιά/νύχτα/περίπτωση/σύγκρουση. ~ό: αδιέξοδο/ατύχημα/βίωμα/γεγονός/δίλημμα/κλίμα/ναυάγιο/παρελθόν/συμβάν/τέλος. ~ές: απώλειες/διαπιστώσεις/μαρτυρίες/μνήμες/στιγμές/συνέπειες. Μια ~ή πραγματικότητα. Η ~ή μοίρα των αμάχων. ~ή κατάρρευση κτιρίου. Σε ~ή κατάσταση βρίσκεται ο ... Ζουν σε ~ές συνθήκες. Είναι ~ό να .../το γεγονός ότι ... Ο ~ τόνος της φωνής του. (ΛΟΓΟΤ.) Το ~ό στοιχείο στο έργο του ... Μην υπερβάλλεις, δεν είναι τόσο ~ά τα πράγματα. Πβ. δραματ-, συγκινητ-ικός, τρομ-, φοβ-ερός. Βλ. κωμικο~. 2. (για πρόσ.) που βιώνει μια άσχημη, αξιολύπητη κατάσταση: ~ή: μορφή/φυσιογνωμία. ~ό: πρόσωπο. ~ές φιγούρες οι γονείς του αδικοχαμένου ... 3. που επιφέρει δυσάρεστες συνέπειες ή συμφορές: ~ή: αποτυχία/ήττα/σύμπτωση. ~ό: λάθος. Υπήρξαν ~ές καθυστερήσεις. 4. άθλιος ή αξιοθρήνητος: Η ομάδα είχε χτες μια ~ή εμφάνιση. Περνάει μία ~ή περίοδο όσον αφορά τα οικονομικά. 5. ΦΙΛΟΛ. που αναφέρεται στην τραγωδία: ~ός: ηθοποιός/ήρωας/λόγος/μύθος/ρόλος/χορός. ~ή: ποίηση/τέχνη. ~ό: είδος. ΑΝΤ. κωμικός (1) ● Ουσ.: τραγικό (το): η τραγικότητα: το ~ της ανθρώπινης μοίρας. Το ~ στην ιστορία/στην υπόθεση/του πράγματος είναι ότι ... ● επίρρ.: τραγικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: τραγικός ποιητής & τραγικός: ΦΙΛΟΛ. που έγραψε τραγωδίες: αρχαίοι ~οί. Οι τρεις μεγάλοι ~οί του 5ου π.Χ. αι., ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης. ΣΥΝ. τραγωδός (1), τραγική ειρωνεία βλ. ειρωνεία [< 5: αρχ. τραγικός 1-4: γαλλ. tragique, αγγλ. tragic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.