Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ποινή ποι-νή ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. τιμωρία που επιβάλλεται από τη δικαστική εξουσία σε παραβάτες του Νόμου: άδικη/αυστηρή/βαριά/δίκαιη/ελαφριά/εξαγοράσιμη (βλ. εγγύηση)/επιεικής/μειωμένη ~. Χρηματική ~ (: ~ προστίμου). Εναλλακτική ~ (π.χ. κοινωφελής εργασία). ~ κράτησης/στερητική της ελευθερίας. Αναστολή εκτέλεσης/παραγραφή της ~ής. Αδίκημα που επισύρει ~. Καταδικάστηκε σε ~ κάθειρξης/φυλάκισης δέκα ετών. Του επιβλήθηκε η ανωτάτη/μεγίστη των ~ών. Εκτίει την ~ του. Πβ. κολασμός. 2. (κατ' επέκτ.) τιμωρία: διοικητική ~. Η ~ της αποβολής/απόταξης (από το Σώμα)/αργίας/στέρησης ενός δικαιώματος. Σωματικές ~ές. ~ές στον στρατό (: κράτηση, στέρηση εξόδου, φυλάκιση). (για αθλητή:) Τιμωρήθηκε με ~ αποκλεισμού μιας αγωνιστικής. Πβ. καμπάνα, κύρωση, πέναλτι. ● ΣΥΜΠΛ.: έκτιση ποινής βλ. έκτιση, επιμέτρηση ποινής βλ. επιμέτρηση, θανατική ποινή βλ. θανατικός, κεφαλική ποινή βλ. κεφαλικός, πειθαρχική ποινή βλ. πειθαρχικός, τεχνική ποινή βλ. τεχνικός ● ΦΡ.: επί ποινή [ἐπί ποινῇ] (+ γεν.): ΝΟΜ. με ποινή: Απαγορεύεται ~ ~ αποκλεισμού/απόρριψης/διαγραφής η ..., η εσχάτη των ποινών βλ. έσχατος [< αρχ. ποινή]

έκτιση

έκτιση[ἔκτιση] έ-κτι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: έκτιση ποινής: ΝΟΜ. εκτέλεση από κάποιον της ποινής που του έχει επιβληθεί: αναστολή ~ης ~ μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. [< αρχ. ἔκτισις 'αποπληρωμή']

επιμέτρηση

επιμέτρηση[ἐπιμέτρηση] ε-πι-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. σχεδιασμός (εκτίμηση των εργασιών και των ποσοτήτων των υλικών που θα χρειαστούν) και επίβλεψη μίας κατασκευής: αναλυτική/προσωρινή/τελική ~. ~ ποσοτήτων. Σύνταξη ~ήσεων. Βλ. προϋπολογισμός. 2. υπολογισμός που γίνεται στο τέλος μιας διαδικασίας: ~ του καυσίμου (: μετά τον ανεφοδιασμό της δεξαμενής). Βλ. κατα-, προ-, προσ-μέτρηση.|| (ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ.) ~ λογιστικών μεγεθών/περιουσιακών στοιχείων. ● ΣΥΜΠΛ.: επιμέτρηση ποινής: ΝΟΜ. καθορισμός της ποινής από το δικαστήριο, σε περιπτώσεις που έχει θεσπιστεί μόνο το ανώτατο και το κατώτατο όριό της βάσει του νόμου. [< γερμ. Urteilsverkündung] [< πβ. μτγν. ἐπιμέτρησις ‘διανομή’]

έσχατος

έσχατος, η, ο [ἔσχατος] έ-σχα-τος επίθ. {λογιότ. θηλ. εσχάτη} (λόγ.) 1. τελευταίος: ~η: λύση (: αναγκαστική)/προσπάθεια/στιγμή. ~ο: (χρονολογικά) έργο/καταφύγιο/μέσο/μέτρο/παράδειγμα/στάδιο/(χρονικό) όριο. Στην ~η περίπτωση.|| (για πρόσ.) ~ος: εισηγητής. (ως ουσ.) Ο ~ των ομιλητών. ΑΝΤ. πρώτος.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~η κρίση (= Δευτέρα Παρουσία). ~οι: καιροί/χρόνοι. ~ες: ημέρες/ώρες. Πβ. στερνός, ύστατος. 2. (μτφ.) που είναι κατώτερος ή ανώτερος ποσοτικά ή ποιοτικά· που έχει μια αρνητική ή θετική ιδιότητα σε ανώτερο βαθμό: ~ος: ξεπεσμός. ~η: ανάγκη/ένδεια. ~ο: έγκλημα. Λαϊκισμός ~άτου είδους. Έχουμε φτάσει στο ~ο (= χειρότερο) σημείο αδιαφορίας/εξευτελισμού/παρακμής.|| ~ος: κίνδυνος (= πολύ υψηλός). ~η: αλήθεια. ~ες: συνέπειες. Ο ~ σκοπός/στόχος ενός σχεδίου (πβ. απώτερος, υπέρτατος). Πβ. μέγιστος. 3. ο πιο απομακρυσμένος: ~ος: τόπος. ~ο: άκρο/σημείο. Πβ. απώτατος. ΑΝΤ. εγγύτατος, πλησιέστερος.|| (μτφ.) Τα ~α βάθη της ψυχής. ● Ουσ.: έσχατα (τα) {εσχάτων} 1. το πιο απομακρυσμένο σημείο: τα ~ της Γης/της θάλασσας/του κόσμου/του Σύμπαντος. 2. (μτφ.) το οριακό σημείο, τα τελευταία όρια: Μην εξωθείς στα ~ (= άκρα) την υπομονή μου!|| Τα ~ (= το τέλος) της ιστορίας. Στα ~ του βίου του (= στα τελευταία του). ● ΣΥΜΠΛ.: εσχάτη προδοσία βλ. προδοσία ● ΦΡ.: επ' εσχάτων (λόγ.): τώρα τελευταία: Έχει παρατηρηθεί ~ ~ ..., η εσχάτη των ποινών (λόγ.) 1. θανατική καταδίκη: Επιβλήθηκε η ~ ~. Έχει καταδικαστεί με την ~ ~. Την ~ ~ ζήτησε ο εισαγγελέας. ΣΥΝ. θανατική ποινή 2. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) πέναλτι: Ο διαιτητής έδωσε/καταλόγισε/σφύριξε/υπέδειξε την ~ ~. Παίκτης που εκτέλεσε/κέρδισε την ~ ~., μέχρι(ς) εσχάτων (λόγ.): μέχρι την τελευταία στιγμή ή ως τον θάνατο: αγώνας/μάχη/πόλεμος ~ ~. ΣΥΝ. μέχρι τελικής πτώσης/πτώσεως, μέχρι τέλους, οι έσχατοι έσονται πρώτοι (και οι πρώτοι έσχατοι) (ΚΔ): (για εξύμνηση της ταπεινοφροσύνης) σε περιπτώσεις που ανατρέπεται μια κατάσταση και όσοι είναι ή θεωρούνται τελευταίοι γίνονται πρώτοι (και αντίστροφα)., (και έσται) η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης βλ. πλάνη1, τελευταίος, αλλά όχι έσχατος/λιγότερο σημαντικός/ασήμαντος βλ. τελευταίος [< 1, 3: αρχ. ἔσχατος]

θανατικός

θανατικός, ή, ό θα-να-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον θάνατο: ~ή: εκτέλεση. ● Ουσ.: θανατικό (το) (λαϊκό-λογοτ.): θανατηφόρα επιδημία: Έπεσε ~. Πβ. ψόφος. [< μεσν. θανατικόν] ● ΣΥΜΠΛ.: θανατική ποινή: καταδίκη σε θάνατο: επαναφορά/κατάργηση της ~ής ~ής. Κατά της ~ής ~ής. Του επιβλήθηκε η ~ ~ (: είναι θανατοποινίτης). Βλ. απαγχονισμός, εκτελεστικό απόσπασμα, ηλεκτρική καρέκλα. ΣΥΝ. η εσχάτη των ποινών (1) ● ΦΡ.: υπογράφω τη θανατική μου καταδίκη/την καταδίκη μου βλ. υπογράφω [< μτγν. θανατικός]

κεφαλικός

κεφαλικός, ή, ό κε-φα-λι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το κεφάλι: ~ός: δείκτης (: δηλωτικός του μεγέθους του κεφαλιού)/μυς. ~ή: προβολή του εμβρύου κατά τον τοκετό (βλ. ισχιακός). ● ΣΥΜΠΛ.: κεφαλική ποινή (παλαιότ.): θανατική ποινή., κεφαλικός φόρος 1. ΙΣΤ. (στην Οθωμανική Αυτοκρατορία) που επιβαλλόταν σε κάθε αλλοεθνή υπήκοο: ετήσιος ~ ~. Αγγαρεία και ~ ~. Βλ. δεκάτη. ΣΥΝ. χαράτσι (2) 2. στον οποίο υπάγεται κάθε φορολογούμενος ατομικά: Αναμένεται να επιβληθεί ~ ~ στους ιδιοκτήτες ακινήτων. Πβ. κατά κεφαλή(ν). [< μεσν. κεφαλικός φόρος] [< μτγν. κεφαλικός]

πειθαρχικός

πειθαρχικός, ή, ό πει-θαρ-χι-κός επίθ. 1. ΝΟΜ. που σχετίζεται με την πειθαρχία: ~ός: κώδικας. ~ή: αγωγή/δικαιοδοσία/εξέταση. ~ό: όργανο. ~ές: διατάξεις/υποθέσεις. Ποινική-~ή ευθύνη. ~ή έρευνα για παράβαση καθηκόντων. Διάπραξη ~ού αδικήματος. Επιβολή ~ών κυρώσεων. Απολογήθηκε ενώπιον της ~ής Επιτροπής. 2. (σπάν.) πειθαρχημένος, υπάκουος: ~ός: μαθητής/στρατιώτης. ~ό: παιδί. ΑΝΤ. απείθαρχος ● επίρρ.: πειθαρχικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: πειθαρχική ποινή: ΝΟΜ. η οποία επιβάλλεται από Πειθαρχικό Συμβούλιο ή από αρμόδιες Αρχές σε περιπτώσεις πειθαρχικού παραπτώματος: Τιμωρήθηκε με την ~ ~ της επίπληξης/της προσωρινής παύσης/του χρηματικού προστίμου., Πειθαρχικό Δίκαιο: ΝΟΜ. τμήμα του Δημοσίου Δικαίου το οποίο καθορίζει τις υποχρεώσεις των δημοσίων υπαλλήλων και τις ποινές, σε περίπτωση παράβασής τους., Πειθαρχικό Συμβούλιο & (προφ.) Πειθαρχικό: ΝΟΜ. που συγκροτείται για την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου και την επιβολή αντίστοιχων ποινών στα μέλη ενός φορέα: ανώτατο/πρωτοβάθμιο/δευτεροβάθμιο/υπηρεσιακό ~ ~. Παραπομπή στο ~ ~.|| Πέρασε από ~ό., πειθαρχική δίωξη βλ. δίωξη, πειθαρχική εξουσία βλ. εξουσία [< 1: γαλλ. disciplinaire 2: αρχ. πειθαρχικός]

τεχνικός

τεχνικός, ή, ό τε-χνι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τα μηχανικά ή μηχανολογικά μέρη ενός συστήματος, τον σχεδιασμό, την κατασκευή ή την τεχνολογία και τους συναφείς κλάδους: ~ός: έλεγχος/εξοπλισμός. ~ή: βλάβη/εξυπηρέτηση/κάλυψη/περιγραφή. Για ~ούς λόγους.|| ~ός: κανονισμός. ~ή: ασφάλεια/επιτροπή/στήριξη (προγράμματος). ~ό: εγχειρίδιο/λάθος/πλαίσιο (αναφοράς)/πρότυπο. ~ές: απαιτήσεις/εργασίες/λεπτομέρειες/οδηγίες/πληροφορίες/προδιαγραφές/συμβουλές. ~ά: ζητήματα/θέματα/μέσα/χαρακτηριστικά. ~ό προφίλ αυτοκινήτου. Ειδικό ~ό προσωπικό (βλ. εργατο~). Βλ. πυρο~.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ό: Σώμα (: υπεύθυνο για τη συντήρηση του ~ού υλικού).|| Προβλήματα ~ής (= λειτουργικής) φύσης. Υπάρχουν κάποιες ~ές (= πρακτικές) δυσκολίες.|| (για κατασκευαστικά έργα και τη συντήρησή τους) ~ή: νομοθεσία/υπηρεσία. ~ό: γραφείο/τμήμα. ~ές: εγκαταστάσεις. Εταιρεία ~ών μελετών. Τομέας ~ών (= δομικών) έργων.|| ~ή: υποδομή (βλ. υλικο~). ~ά: επιτεύγματα. Η προσφορά του ~ού πολιτισμού στον άνθρωπο. ~ή πρόοδος και επιστήμη. Πβ. τεχνολογικός. Βλ. ψυχο~.|| ~ή: κατάρτιση/ορολογία/παιδεία/σχολή. ~ό: μουσείο/πανεπιστήμιο. ~ές: ειδικότητες/επιστήμες. ~ά: επαγγέλματα. Λεξικό ~ών όρων. 2. που γίνεται με δεξιοτεχνία, επιδέξιος: ~ός: ελιγμός/χειρισμός (= έντεχνος· ΑΝΤ. αδέξιος). ~ή: ικανότητα (= αριστοτεχνική).|| (ΑΘΛ.) ~ή: εκτέλεση πέναλτι/κατάβαση (πβ. σλάλομ). ~ό: χτύπημα της μπάλας. 3. ΑΘΛ. που έχει σχέση με την προπόνηση ή τον προπονητή ομάδας: ~ός: διευθυντής/σύμβουλος. ~ό: επιτελείο (πβ. σταφ). || (στο ποδόσφαιρο) ~ή: περιοχή (: οριοθετημένη περιοχή στην οποία κάθονται η ~ή ομάδα και οι αναπληρωματικοί· πβ. πάγκος). ● Ουσ.: τεχνικός (ο/η): τεχνολογικά ή τεχνικά εξειδικευμένος επαγγελματίας· τεχνίτης: ~ αερομεταφορών/ασφαλείας/εφαρμογών πληροφορικής/υπολογιστών (πβ. ειδικός). Άδεια εξουσιοδοτημένου ~ού.|| ~ της ΔΕΗ/του ΟΤΕ. Βλ. μάστορας. [< γαλλ. technicien, αγγλ. technician] ● επίρρ.: τεχνικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: από τεχνικής άποψης: ~ εφικτό εγχείρημα. ● ΣΥΜΠΛ.: τεχνική εκπαίδευση: που προετοιμάζει τους σπουδαστές για επαγγέλματα τα οποία σχετίζονται με τις εφαρμοσμένες επιστήμες και την τεχνολογία., τεχνική ποινή: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) τιμωρία για ανάρμοστη συμπεριφορά παίκτη ή προπονητή: Του επιβλήθηκε/πήρε/τιμωρήθηκε με/χρεώθηκε με ~ ~ για διαμαρτυρία. Δέχτηκε δεύτερη ~ ~ και αποβλήθηκε. Ο διαιτητής έδωσε ~ ~ στον πάγκο. Βλ. ντισκαλιφιέ, φάουλ., τεχνική υποστήριξη/βοήθεια 1. ΠΛΗΡΟΦ. παροχή υπηρεσιών εγκατάστασης και επίλυσης τεχνικών προβλημάτων λογισμικού ή υλισμικού από εταιρεία πληροφοριακών συστημάτων: άμεση/τηλεφωνική ~ ~ όλο το εικοσιτετράωρο. ~ ~ δικτύων. ~ ~ στο σπίτι/στον χώρο σας. Γραμμή ~ής υποστήριξης. 2. ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. συντονισμένες ενέργειες που στοχεύουν στην ανάπτυξη κυρ. κρατών με την παροχή τεχνογνωσίας, εκπαίδευσης και υποδομής: ~ ~ από το ΔΝΤ. Βλ. μεταφορά τεχνολογίας. 3. (γενικότ.) υπηρεσίες συντήρησης και επισκευής σε οχήματα ή συσκευές, μηχανήματα από εξειδικευμένους τεχνικούς: δίκτυο/μονάδες ~ής υποστήριξης της αντιπροσωπείας. Βλ. οδική βοήθεια, σέρβις.|| Οικιακή ~ βοήθεια. [< αγγλ. technical support (1989)/assistance] , ομοσπονδιακός προπονητής/τεχνικός βλ. ομοσπονδιακός, τεχνική ανεργία βλ. ανεργία, τεχνική γεωλογία βλ. γεωλογία, τεχνική ηγεσία βλ. ηγεσία, τεχνική κατάδυση βλ. κατάδυση, τεχνικό δελτίο (έργου) βλ. δελτίο, τεχνικό παιχνίδι βλ. παιχνίδι [< αρχ. τεχνικός, γαλλ. technique, αγγλ. technical, γερμ. technisch]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.