Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ποιότητα

    ποι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των χαρακτηριστικών και των ιδιοτήτων που προσδιορίζουν κάποιον ή κάτι: αναγνωρισμένη/ανώτερη/απαράδεκτη/άριστη/άψογη/επαγγελματική/κάκιστη/καλλιτεχνική/κατώτερη/κορυφαία/σταθερή/τεχνική/υψηλή/χαμηλή ~. ~ εικόνας/εκτύπωσης/ήχου/κατασκευής/νερού/παραγωγής/χρωμάτων. Η ~ του εξαρτήματος/των παρεχόμενων υπηρεσιών/των τροφίμων/των υλικών/του υφάσματος/των φαρμάκων. Η αισθητική ~ μιας κατασκευής. Βελτίωση/δείκτες/εγγύηση/έλλειψη ~ας. Κρασιά/προϊόντα διαφορετικής/εκλεκτής/εξαιρετικής ~ας. Αναβαθμίζεται/βελτιώνεται/μειώνεται/υποβαθμίζεται η ~. Το έργο υπολείπεται/δεν υστερεί σε ~. Ταινία που ξεπερνά σε ~ όλες τις άλλες. Υπάρχουν διαφορές στην ~. Πβ. ποιόν.|| Πιστοποίηση/πρότυπο ~ας. Σύστημα διαχείρισης ~ας. Βλ. ISO.|| ~ AA. Πρώτη/δεύτερη/τρίτη ~. ~ες ελαιολάδου/χαρτιού. Το προϊόν διατίθεται σε τρεις ~ες. Βλ. ποσότητα.|| Έδειξε τι ~ας (= είδους, σόι) άνθρωπος είναι. 2. υψηλό επίπεδο: ~ λόγου/σκέψης. ~ στο περιεχόµενο. Βιβλίο ~ας (: κλάσης). Άλλης ~ας άνθρωπος/υλικό. 3. ΦΙΛΟΣ. ιδιότητα, χαρακτηριστικό: πρωτεύουσες/δευτερεύουσες ~ες. 4. ΓΛΩΣΣ. χαρακτηριστική αντήχηση ή χροιά φθόγγου. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: διοίκηση ολικής ποιότητας/ολική ποιότητα & (σπάν.) σύστημα ολικής ποιότητας: ΟΙΚΟΝ. οργανωμένη προσπάθεια διασφάλισης της ποιότητας των παραγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών οικονομικής μονάδας, μέσω της υιοθέτησης στρατηγικών, συστημάτων, διαδικασιών και διοικητικών εργαλείων που θέτουν την ποιότητα ως προτεραιότητα και ευθύνη όλων των εργαζομένων από τα ανώτερα στελέχη έως τους απλούς εργάτες. [< αγγλ. total quality management (TQM), 1993] , διασφάλιση (της) ποιότητας βλ. διασφάλιση, κύκλος ποιότητας βλ. κύκλος, ποιότητα ζωής βλ. ζωή, ποιοτικός έλεγχος/έλεγχος ποιότητας βλ. έλεγχος [< 1: αρχ. ποιότης, γαλλ. qualité, αγγλ. quality]

διασφάλιση

διασφάλισηδι-α-σφά-λι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του διασφαλίζω: ~ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων/αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης/της ειρήνης/του εισοδήματος/θέσεων εργασίας/ίσων ευκαιριών (στην εκπαίδευση)/της νομιμότητας/της τάξης. Δεν παρέχονται επαρκείς/πρόσθετες ~ίσεις για ...|| (ΟΙΚΟΝ.) Δάνειο με ~ίσεις. Πβ. εγγύηση. Βλ. ΑΔΑΕ. ΣΥΝ. εξασφάλιση (1) ● ΣΥΜΠΛ.: διασφάλιση (της) ποιότητας: το σύνολο των προγραμματισμένων και συστηματικών ενεργειών και διαδικασιών με σκοπό τον έλεγχο ποιότητας των προϊόντων ή των υπηρεσιών που προσφέρει μια επιχείρηση ή ένας φορέας, βάσει των αναγκών και των απαιτήσεων μιας συγκεκριμένης αγοράς: ~ ~ λογισμικού/παραγωγής/τροφίμων/φαρμάκων. ~ ~ στην Ανώτατη Εκπαίδευση. ~ ~ κατά το πρότυπο ISO. Συστήματα ~ης ~ας. [< αγγλ. quality assurance, 1973]

έλεγχος

έλεγχος[ἔλεγχος] έ-λεγ-χος ουσ. (αρσ.) {ελέγχ-ου | -ων} 1. εξέταση προσώπων, πραγμάτων, δεδομένων, διαδικασιών με στόχο την εξακρίβωση της εγκυρότητας, της λειτουργίας, της ισχύος, της ορθότητας ή της νομιμότητάς τους· συνεκδ. η αρμόδια υπηρεσία: αιφνιδιαστικός/ακτινολογικός/αστυνομικός/αυστηρός/αυτόματος/δημοσιονομικός/έκτακτος/ενδελεχής/εξονυχιστικός/επιτόπιος/εργαστηριακός/ηλεκτρονικός (βλ. τηλε~)/ιατρικός/μοριακός/οικονομικός/οπτικός/ορθογραφικός/περιοδικός/προγεννητικός/προληπτικός/πρωτοβάθμιος/στατιστικός/τακτικός/τελωνειακός/τεχνικός/υγειονομικός/φορολογικός/χημικός ~. ~ αποσκευών/διαβατηρίων/διαθεσιμότητας (δικτύου)/εισιτηρίων (πβ. τσεκ-ιν)/επιχειρήματος (πβ. ανασκευή)/καυσαερίων/κυκλοφορίας/λογιστικών βιβλίων/παραγωγής/πληροφοριών (: διασταύρωση)/πλοίων (πβ. επιθεώρηση)/προϊόντων/στοιχείων (πβ. επαλήθευση)/τιμών/υγείας (πβ. τσεκάπ)/φαρμάκων. Διαχειριστικός ~ των πράξεων. Δυναμικός ~ ευστάθειας. Προσεισμικός ~ κτιρίων. ~ της συμπεριφοράς ανθρώπου/συστήματος. ~ της αξιοπιστίας των αποτελεσμάτων (πβ. δοκιμασία). Ασκώ/διεξάγω/πραγματοποιώ ~ο. Υποβάλλεται/υπόκειται σε ~ο. Περνώ από ~ο. ~ για ιούς (σε υπολογιστή). ~ εξ αποστάσεως. Διενεργούνται ~οι στην αγορά.|| Επιτροπή/όργανα/τμήμα ~ου. Πβ. κοντρόλ, τεστ-, τσεκ-άρισμα. Βλ. αυτο~, επαν~, προ~. 2. διεύθυνση, εξουσία: Αποκτώ/διατηρώ τον (απόλυτο) ~ο μιας εταιρείας. Οι δύο χώρες ανταγωνίζονται για τον ~ο της περιοχής. Ο οδηγός έχει τον ~ο του αυτοκινήτου. Πβ. διακυβέρνηση, διοίκηση, κυριαρχία.|| (μτφ.) ~ (: χαλιναγώγηση) των παθών/παρορμήσεων/συναισθημάτων. 3. (για κατάσταση, φαινομένο, μέγεθος) περιορισμός της εξάπλωσης, της αύξησης: ~ της ανεργίας/της ασθένειας/της βίας/του πληθωρισμού/της ρύπανσης. Ο ~ του βάρους κάποιου. Πβ. συγκράτηση. 4. & (επίσ.) έλεγχος προόδου: επίσημο έγγραφο στο οποίο καταγράφεται η βαθμολογία, ο αριθμός των απουσιών και η διαγωγή μαθητή και δίνεται στον κηδεμόνα του κυρ. κάθε τρίμηνο ή τετράμηνο. 5. επίβλεψη: ~ των παιδιών. Ήθελε να ξεφύγει από τον συνεχή ~ο των γονιών του. Πβ. επιτήρηση, παρακολούθηση. ● ΣΥΜΠΛ.: αίθουσα ελέγχου: χώρος που φιλοξενεί το προσωπικό και τα μηχανήματα που απαιτούνται, ώστε να ελέγχεται η λειτουργία εγκατάστασης, σταθμού, δικτύου: ~ ~ μηχανοστασίου. [< αγγλ. control room] , έλεγχος (της) προόδου: εξέταση της βελτίωσης, της εξέλιξης: ~ ~ ενός αθλητή/του προσωπικού μιας εταιρείας/ενός υποψήφιου διδάκτορα. ~ ~ των πωλήσεων ενός προϊόντος/υλοποίησης ενός έργου., έλεγχος (των) γεννήσεων: σκόπιμος περιορισμός του αριθμού των γεννήσεων με μεθόδους αντισύλληψης: πολιτική ~ου ~. Βλ. άμβλωση, δημογραφική εξέλιξη, οικογενειακός προγραμματισμός, στείρωση, υπερπληθυσμός, υπογεννητικότητα. [< αγγλ. birth control, γαλλ. contrôle des naissances, 1933] , έλεγχος πρόσβασης: ΠΛΗΡΟΦ. απαγόρευση εισόδου μη εξουσιοδοτημένων προσώπων σε υπολογιστικό σύστημα (με προσωπικά συνήθ. δεδομένα)., έλεγχος προσώπων: εξέταση που στοχεύει στην εξακρίβωση της ταυτότητας ατόμου ή ατόμων για λόγους ασφάλειας: αστυνομικός ~ ~. ~ ~ στους αερολιμένες/στα σύνορα. ~ ~ και αποσκευών/εμπορευμάτων/οχημάτων. Βλ. φέις-κοντρόλ., έλεγχος των εξοπλισμών: διεθνής συμφωνία για τον περιορισμό της κατασκευής και κατοχής όπλων, καθώς και τα σχετικά μέτρα. , κοινωνικός έλεγχος: το σύνολο των διαδικασιών που αποσκοπούν στη συμμόρφωση των μελών μιας κοινωνίας προς συγκεκριμένα πρότυπα δράσης και συμπεριφοράς. Βλ. κομφορμισμός., μη καταστροφικός έλεγχος: ΤΕΧΝΟΛ. μορφή ποιοτικού ελέγχου που εφαρμόζεται στη βιομηχανία και την επιστήμη για την αξιολόγηση των ιδιοτήτων και της αντοχής ενός υλικού ή αντικειμένου, χωρίς αυτά να καταστρέφονται: ~ ~ σκυροδέματος. Μέθοδος/τεχνικές μη ~ού ~ου. Βλ. διασφάλιση (της) ποιότητας. [< αγγλ. nondestructive testing, 1929] , πίνακας ελέγχου 1. ΠΛΗΡΟΦ. παράθυρο στον υπολογιστή που περιέχει εικονίδια προγραμμάτων για τη ρύθμιση των βασικών παραμέτρων και λειτουργιών του λειτουργικού συστήματος ή του περιβάλλοντος εργασίας. 2. ΤΕΧΝΟΛ. το τμήμα της κονσόλας συσκευής ή μηχανής που περιλαμβάνει ενδεικτικές λυχνίες, ψηφιακές οθόνες και διακόπτες. [< αγγλ. control panel] , ποιοτικός έλεγχος/έλεγχος ποιότητας : σύνολο διαδικασιών (ανάλυση σχεδιασμού, εξέταση δείγματος) που αποσκοπούν στη διασφάλιση του επιθυμητού επιπέδου ποιότητας, ιδ. κατά την παραγωγή προϊόντων: ~ ~ τροφίμων/υλικών. [< αγγλ. quality control, 1935] , βιολογική καταπολέμηση/βιολογικός έλεγχος βλ. καταπολέμηση, δειγματοληπτικός έλεγχος/δειγματοληπτική έρευνα βλ. δειγματοληπτικός, δωμάτιο ελέγχου βλ. δωμάτιο, ζώνη οικιστικού ελέγχου βλ. ζώνη, κάρτα (ελέγχου) καυσαερίων βλ. κάρτα, κοινοβουλευτικός έλεγχος βλ. κοινοβουλευτικός, ντόπινγκ/αντιντόπινγκ έλεγχος/κοντρόλ βλ. αντιντόπινγκ, ομάδα ελέγχου βλ. ομάδα, πύργος ελέγχου βλ. πύργος, σωματική έρευνα βλ. έρευνα ● ΦΡ.: εκτός ελέγχου: για κάτι που δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί: ~ ~ η κρίση/ο πληθωρισμός/η φωτιά. Η κατάσταση βαίνει/βγήκε/βρίσκεται ~ ~.|| (σπάν. για πρόσ.) Είναι ~ ~ (= εκτός εαυτού)., υπό (τον) έλεγχο: για κάτι που περιορίζεται, ελέγχεται ή βρίσκεται υπό την εξουσία, κυριαρχία κάποιου: Η επιδημία γρίπης/η πυρκαγιά τέθηκε υπό έλεγχο. Όλα είναι υπό ~.|| Οργανισμοί που βρίσκονται υπό τον ~ του κράτους. Πβ. στα χέρια κάποιου., χάνω τον έλεγχο (μτφ.) 1. χάνω την ψυχραιμία μου, παρεκτρέπομαι: ~ει ~ του εαυτού του. Όταν θυμώνει, ~ει ~. 2. αδυνατώ να διευθύνω, να κατευθύνω κάτι: Έχασε ~ του αεροσκάφους/της επιχείρησης. Ο παίκτης έχασε ~ της μπάλας. [< αρχ. ἔλεγχος ‘ανασκευή, εξέταση (σε αντιπαράθεση), απόδειξη’, γαλλ. contrôle, αγγλ. control]

ζωή

ζωήζω-ή ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα που διακρίνει τα έμβια από τα μη έμβια όντα, όπως εκδηλώνεται στις λειτουργίες του μεταβολισμού, της ανάπτυξης, της αναπαραγωγής και κατ' επέκτ. η ύπαρξη: το φαινόμενο της ~ής. Το νερό ως πηγή ~ής.|| Η ανθρώπινη ~ είναι πολύτιμη. Δικαίωμα στη ~. Σκοπός της ~ής. Διακινδύνευσε τη ~ του, για να με σώσει. Μας φυγάδευσε με κίνδυνο της ~ής του. Έχασαν/θυσίασαν τη ~ τους για την ελευθερία. Νίκησαν, αλλά με τίμημα τη ~ χιλιάδων μαχητών. Μία σφαίρα του αφαίρεσε/πήρε τη ~ (= τον σκότωσε). Έφυγε από τη ~ (= δεν ζει πια). Δεν έχει ~ (= θα πεθάνει σύντομα). Δεν βρίσκεται πια στη ~ (= έχει πεθάνει). Διατηρείται στη ~ με τεχνητά μέσα. Χρωστάω τη ~ μου στον γιατρό μου. (απειλητ.) Τα λεφτά σου ή τη ~ σου! Ο ερχομός του έδωσε νόημα στη ~ μου. Είσαι η ~ μου!|| Προηγούμενη ~ (βλ. μετεμψύχωση).|| (μτφ.) Ο σχεδιαστής έδωσε ~ σε χαρακτήρες κινουμένων σχεδίων. ΑΝΤ. θάνατος (1) 2. (συνεκδ.) τα έμβια όντα ως σύνολο: θαλάσσια ~. (Α)κυτταρική μορφή ~ής. Υπάρχει ~ σε άλλους πλανήτες; 3. η περίοδος από τη γέννηση (ή από άλλο χρονικό σημείο) ως τον θάνατο (ή ως μια συγκεκριμένη στιγμή της ζωής) και ειδικότ. τα γεγονότα που έχει ζήσει κάποιος, ο βίος του: διάρκεια/μέσος όρος ~ής. Σχέση ~ής (: μακροχρόνια και ουσιαστική). Στα πρώτα βήματα της ~ής (= στα παιδικά χρόνια). Τι κάνεις στη ~ σου (= πώς περνάς, με τι ασχολείσαι); Δεν έκανε τίποτα (ενν. σπουδαίο ή δημιουργικό) στη ~ του. Ευκαιρίες που τυχαίνουν μία φορά στη ~. Τέτοιο πράγμα δεν έχω ξαναδεί στη ~ μου. Όλη μου τη ~ δουλεύω. Παρέμεινε στο εξωτερικό για το υπόλοιπο της ~ής της. Τα λόγια του θα τα θυμάμαι για/σε όλη μου τη ~.|| ~ γεμάτη αγώνες/βάσανα (πβ. σκυλο~)/προκλήσεις/χαρές. Η ~ και το έργο του ποιητή. Σημαντικοί σταθμοί στη ~ της. Ταινία θα γίνει η ~ της δημοφιλούς ηθοποιού. Γράφει βιβλίο για τη ~ του (βλ. αυτοβιογραφία). 4. ο τρόπος με τον οποίο ζει κάποιος, διαβίωση και ειδικότ. το σύνολο των δραστηριοτήτων σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο ή σε συγκεκριμένο τομέα: αληθινή/ανέμελη/άνετη (βλ. ευζωία)/γλυκιά (πβ. ντόλτσε βίτα)/δύσκολη/εικονική/εύκολη/ήσυχη/λιτή/μαύρη/παραμυθένια/πραγματική/σκληρή/σκυλίσια ~. Έκανε άστατη ~. Έχει πλούσια ερωτική ~. Αρχίζω μια καινούργια ~. Ο χορός είναι η ~ μου. Αφιέρωσε τη ~ του στην επιστήμη. Η ~ στην πρωτεύουσα έχει ακριβύνει πολύ. Την έβγαλε από τη ~ του (= τα χάλασε μαζί της). Μου αναστάτωσε τη ~. Με τη γέννηση του παιδιού, η ~ μας άλλαξε. Το πλυντήριο έκανε τη ~ μας ευκολότερη. Βελτιώσεις που έφερε στη ~ των ανθρώπων η τεχνολογία. Δεν είναι ~ αυτή (: ως εκδήλωση δυσφορίας)! Βλ. παλιο~.|| Οικογενειακή/στρατιωτική/φοιτητική ~. Η κοινωνική/πνευματική ~ της χώρας. Η καλλιτεχνική/νυχτερινή/πολιτική ~ του τόπου. Η ~ στην πόλη/στην ύπαιθρο/τον προηγούμενο αιώνα. 5. η πραγματικότητα του βίου ως εμπειρία: πείρα βγαλμένη από τη ~. Τι ξέρεις από τη ~ εσύ; Για να μάθεις τη ~, πρέπει να τη ζήσεις. Τέλειωσε το γυμνάσιο και βγήκε στη ~ (= στη βιοπάλη). Σπούδασε στο σχολείο της ~ής (: κατ' αντιδιαστολή προς την εγκύκλια εκπαίδευση). Η ~ με δίδαξε να δίνω αξία στους ανθρώπους. Αυτά έχει/έτσι είναι η ~! Πάρε τη ~ στα χέρια σου (: ανάλαβε πρωτοβουλίες). Θέλει να έχει τη δική της ~ (: να είναι ανεξάρτητη). 6. (μτφ.) (για πρόσ.) ενεργητικότητα, ζωντάνια· (για περιοχές) έντονη δραστηριότητα: Άνθρωπος που ξεχειλίζει από ~. Είναι γεμάτος ~ (= ζωτικότητα) και αισιοδοξία. Δεν έχει ~ (= ψυχή) μέσα του.|| Το νησί δεν έχει καθόλου ~ τον χειμώνα. Η πόλη σφύζει από ~. Πβ. κίνηση, κυκλοφορία. ΑΝΤ. νέκρα. 7. (μτφ.) (κυρ. για μηχανές, επιχειρήσεις) διάρκεια λειτουργίας ή αντοχής: η ~ της μπαταρίας. Η εταιρεία στη σύντομη ~ της κατάφερε να κυριαρχήσει στην αγορά. (ΟΙΚΟΝ.) Η ωφέλιμη ~ των παγίων.ζωές (οι): άνθρωποι: Απειλούνται ανθρώπινες ~. Στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο χάθηκαν εκατομμύρια ~ (= ψυχές). Φάρμακο που σώζει ~. ● ΣΥΜΠΛ.: η αιώνια/η άλλη/η μετά θάνατον/η μέλλουσα ζωή & (λόγ.) η αιώνιος ζωή: ΘΕΟΛ. η μεταθανάτια. Βλ. επίγεια/ουράνια ~., καλή ζωή: υψηλό βιοτικό επίπεδο: ~ ~ και μακροζωία/υγεία., μεγάλη ζωή: πολυτελής και κοσμικός τρόπος διαβίωσης: χλιδή και ~ ~., ποιότητα ζωής: το επίπεδο διαβίωσης που καθορίζεται κυρ. από τη διατήρηση καθαρού περιβάλλοντος, από τις ανθρώπινες συνθήκες εργασίας και από τις δυνατότητες αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου: χαμηλή/υψηλή ~ ~. Βελτίωση/εξασθένιση/υποβάθμιση της ~ας ~ (των κατοίκων της πόλης).|| Η ~ ~ των ασθενών. [< αγγλ. quality of life, 1943] , υποστήριξη της ζωής: οτιδήποτε συμβάλλει στη διατήρησή της: (ΙΑΤΡ.) βασική (βλ. καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση/ανάνηψη)/εξειδικευμένη/μηχανική ~ ~. (ΟΙΚΟΛ.) Συστήματα ~ης ~ του πλανήτη (βλ. βιοποικιλότητα, βιόσφαιρα). [< αγγλ. life-support, 1959] , άγρια ζωή βλ. άγριος, ασφάλεια ζωής βλ. ασφάλεια, βιοτικό επίπεδο & επίπεδο ζωής/διαβίωσης βλ. βιοτικός, διπλή ζωή βλ. διπλός, έντονη ζωή βλ. έντονος, επιστήμες της ζωής βλ. επιστήμη, η δημόσια ζωή/ο δημόσιος βίος βλ. δημόσιος, ημιπερίοδος ζωής βλ. ημιπερίοδος2, ημίσεια ζωή βλ. ήμισυς, ιδιωτική ζωή/ιδιωτικός βίος βλ. ιδιωτικός, καθιστική ζωή βλ. καθιστικός, κόστος ζωής βλ. κόστος, κύκλος ζωής βλ. κύκλος, σημεία ζωής βλ. σημείο, στάση ζωής βλ. στάση, το προσδόκιμο ζωής/επιβίωσης βλ. προσδόκιμος ● ΦΡ.: βάζει/δίνει/θέτει τέλος/τέρμα στη ζωή του: αυτοκτονεί: Αποφάσισε/προσπάθησε να βάλει τέλος ~., έδωσε τη ζωή του: για κάποιον που πέθανε για ένα ιδανικό ή κατ' επέκτ. αφιερώθηκε σε αυτό: Τιμάμε τους πολεμιστές που έδωσαν ~ τους για την πατρίδα.|| Έδωσε ~ της (= θυσιάστηκε) για τη σωτηρία της ανθρωπότητας., έδωσε/χάρισε ζωή σε ... 1. έγινε δωρητής οργάνων: ~ ~ σε συνανθρώπους μας, προσφέροντας τα όργανά του για μεταμόσχευση.|| (παλαιότ. για κάποιον καταδικασμένο σε θάνατο) Ο βασιλιάς του χάρισε τη ~ (: του έδωσε χάρη). 2. (μτφ.) αναζωογόνησε: Έδωσε ~ (= πνοή) στη ναυτιλία/στην πόλη., εν ζωή (λόγ.): για κάποιον που είναι ακόμη ζωντανός, στη ζωή: Ο σημαντικότερος ~ ~ συγγραφέας. Δωρεά ~ ~. ΑΝΤ. μετά θάνατο(ν), έχω φάει τη ζωή με το κουτάλι (προφ.): έχω μεγάλη πείρα της ζωής., ζωή μου!: ως προσφώνηση σε αγαπημένο πρόσωπο., ζωή σε (λόγου) σας (προφ.): ως έκφραση συλλυπητηρίων σε συγγενείς ή/και οικείους νεκρού: Θεός σχωρέσ' τον, ~ ~ μας., ζωή χαρισάμενη/ζωή και κότα (προφ.): ευτυχισμένη, ανέμελη, γεμάτη απολαύσεις και καλοπέραση, χωρίς προβλήματα και βάσανα: Περνούν ~ ~., κάνω/ζω τη ζωή μου: ζω όπως επιθυμώ, συνήθ. ανέμελα, χωρίς υποχρεώσεις: Θέλει να ταξιδέψει, να κάνει ~ της. Χαλάρωσε και ζήσε ~ σου! [< γαλλ. vivre ma vie] , μεταξύ ζωής και θανάτου: για ετοιμοθάνατο και γενικότ. για κάθε οριακή κατάσταση: Βρίσκεται ~ ~.|| Μάχη (μεταξύ) ~ ~., μια ζωή (για δήλωση δυσφορίας): από παλιά, πάντα, συνεχώς: ~ ~ τα ίδια λάθη!, μια ζωή την έχουμε (προφ.): η ζωή είναι σύντομη και για αυτό πρέπει να την απολαμβάνουμε., μια ολόκληρη ζωή (προφ.): για πάντα· (επιτατ.) για δήλωση ενός συγκεκριμένου, μικρού ή μεγάλου, χρονικού διαστήματος: φίλοι ~ ~. Αυτοκίνητο/έπιπλα/σπίτι για ~ ~/μια ζωή. Είναι νέος κι έχει ~ ~ (= το μέλλον) μπροστά του.|| Απαιτείται/δεν του φτάνει ~ ~ για να ... Τίναξε στον αέρα ό,τι έχτιζε ~ ~., ξανάφτιαξε τη ζωή του/της: ξαναπαντρεύτηκε. [< γαλλ. refaire sa vie] , ποτέ στη ζωή μου (εμφατ.): ποτέ: Δεν θα το ξεχάσω ~ ~ (: μέχρι να πεθάνω). Ποτέ, μα ~ ~ (= ως τώρα) δεν επιδίωξα να ..., στη ζωή και στο(ν) θάνατο: για πάντα, σε καλές και κακές περιστάσεις: Ορκίστηκαν να είναι μαζί ~ ~., στη ζωή μου/της μάνας μου/των παιδιών μου (προφ.): ως όρκος προς επικύρωση των λεγομένων: ~ ~ μου, δεν το έκανα εγώ! Πβ. μα την πίστη μου!, σε ό,τι έχω ιερό., του κάνω τη ζωή δύσκολη/κόλαση/μαρτύριο/μαύρη/πατίνι/ποδήλατο (προφ.): του δημιουργώ συνεχώς προβλήματα, δεν τον αφήνω να ηρεμήσει, κυρ. ψυχολογικά ή συναισθηματικά: Μου κάνει ~ ~ (= με ζορίζει, ταλαιπωρεί). ΣΥΝ. μου έχει κάνει το(ν) βίο αβίωτο, φιλί (της) ζωής: τεχνητή αναπνοή με εκπνοή στο στόμα και κατ' επέκτ. διάσωση την τελευταία στιγμή: Ο ναυαγοσώστης τού έδωσε το ~ της ~.|| (συχνότ. μτφ.) ~ ~ στην οικονομία. Οι βροχές έδωσαν το ~ ~ στα σιτηρά. Πβ. ενίσχυση, τόνωση. [< αγγλ. kiss of life, 1961] , αγώνας (μεταξύ) ζωής και θανάτου βλ. αγώνας, αλλάζω ζωή/πορεία/ρότα/σελίδα βλ. αλλάζω, βγάζω/κερδίζω τα προς το ζην/το ψωμί μου βλ. κερδίζω, δίνω (μια) ανάσα (ζωής) βλ. ανάσα, είδε το (πρώτο) φως της ζωής/της (η)μέρας/του ήλιου βλ. φως, έκοψε/κόπηκε το νήμα της ζωής (κάποιου) βλ. νήμα, έρχεται στον κόσμο/στη ζωή βλ. έρχομαι, εφ' όρου ζωής βλ. όρος, έφυγε απ' τη ζωή/τον κόσμο βλ. φεύγω, έχασε τη μάχη για/με τη ζωή/με το(ν) θάνατο βλ. μάχη, ζήτημα/θέμα ζωής ή/και θανάτου βλ. ζήτημα, η ιστορία της ζωής μου βλ. ιστορία, κρατώ κάποιον ζωντανό/στη ζωή βλ. κρατώ, μπαίνω/έρχομαι στη ζωή κάποιου βλ. μπαίνω, ο θάνατός σου, η ζωή μου! βλ. θάνατος, στοίχισε τη ζωή (σε κάποιον) βλ. στοιχίζει, το αλάτι/το άλας της γης/της ζωής βλ. άλας, φέρνω στη ζωή/στον κόσμο βλ. φέρνω ● βλ. ζωούλα [< αρχ. ζωή, γαλλ. vie, αγγλ. life, γερμ. Leben]

κύκλος

κύκλοςκύ-κλος ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΜ. σχήμα που ορίζεται από κλειστή, καμπύλη γραμμή της οποίας όλα τα σημεία έχουν την ίδια απόσταση από ένα σταθερό σημείο, το κέντρο του: εγγεγραμμένος/περιγεγραμμένος/τριγωνομετρικός ~. Ακτίνα/διάμετρος/εμβαδόν/περίμετρος/περιφέρεια/τόξο/χορδή ~ου. Ορθογώνιοι ~οι. Ευθεία που εφάπτεται στον/τέμνει τον ~ο. Έκανε/σχεδίασε/χάραξε έναν τέλειο ~ο με τον διαβήτη.|| Σημειώστε με ~ο (= κυκλώστε) τη σωστή απάντηση. 2. (κατ' επέκτ.) ό,τι έχει κυκλικό σχήμα: μαύροι ~οι γύρω/κάτω από τα μάτια (: μελανά σημάδια λόγω αϋπνίας, κούρασης· σακούλες). Ο τσάμικος χορεύεται σε ~ο. Οι ομάδες σχημάτισαν ~ο. Τα παιδιά κάθονται σε ~ο. Βλ. ημικύκλιο.|| Ολυμπιακοί ~οι (: οι πέντε διαφορετικού χρώματος ~οι που συμβολίζουν τους Ολυμπιακούς Αγώνες). Βλ. δακτύλιος.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Μέγιστοι ~οι της ουράνιας σφαίρας (: οι νοητοί ~οι που διέρχονται από τους πόλους της). Βλ. ουράνιος μεσημβρινός.|| (για κίνηση, πορεία, τροχιά) Ο ~ του ρολογιού (βλ. ώρα). Το αεροπλάνο έκανε ~ους πάνω από τον διάδρομο προσγείωσης. Η Σελήνη διαγράφει έναν (πλήρη) ~ο γύρω από τη Γη. Βλ. δίσκος. 3. για φαινόμενα, καταστάσεις, γεγονότα που παρουσιάζουν περιοδικότητα· η διάρκειά τους: ο ~ των εποχών (βλ. έτος).|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) Αναπαραγωγικός ~ (συνήθ. ζώων). Ο ~ του ύπνου στα νεογέννητα είναι σύντομος. Ο ορμονικός ~. (ειδικότ., εμμηνόρροια, περίοδος) Ο ~ μου είναι κάθε είκοσι οκτώ/τριάντα μέρες. Έχω άστατο (βλ. καθυστέρηση)/σταθερό ~ο.|| Η ίωση θα κάνει τον ~ο της και σύντομα θα γίνεις καλά.|| Η ιστορία κάνει ~ους (: επαναλαμβάνεται). Έκλεισε οριστικά/ολοκληρώθηκε/συνεχίζεται ο ~ βίας και αίματος. Πβ. ανακύκληση.|| (ΜΗΧΑΝΟΛ.) Αστικός/μικτός/συνδυασμένος ~ (κατανάλωσης καυσίμου) ... λίτρα ανά 100 χλμ.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ημερήσιος λειτουργικός ~. Εβδομαδιαίος ~ των Ακολουθιών.|| (ΟΙΚΟΝ.) Βραχυχρόνιοι/μακροχρόνιοι/μεσοχρόνιοι ~οι.|| Βλ. μεγάκυκλοι. 4. σύνολο δραστηριοτήτων ή έργων, κυρ. πνευματικού, καλλιτεχνικού χαρακτήρα, που σχετίζονται με ορισμένο θέμα ή πεδίο: νέος ~ διαλόγου (για την παιδεία)/επισκέψεων (του πρωθυπουργού στην Ευρώπη)/προβολών/συναντήσεων/συναυλιών (του συγκροτήματος)/συνομιλιών (πβ. γύρος). Εγκαινιάζεται ο εκπαιδευτικός/θεματικός ~ ... Η έναρξη του ~ου (= της σειράς) μαθημάτων θα γίνει στις ... του μηνός. Άρχισε/ξεκίνησε/ολοκληρώθηκε/πραγματοποιείται/συνεχίζεται ο (εισαγωγικός/πρώτος/τελευταίος) ~ διαλέξεων/ομιλιών/σεμιναρίων με θέμα ...|| (ΜΟΥΣ.) ~ τραγουδιών για πιάνο και φωνή. Το έργο ανήκει στον ~ο των κουαρτέτων για κρουστά.|| (ειδικότ. σε εκπαιδευτικά ιδρύματα) Βασικός/(μετα/προ)πτυχιακός/τετραετής ~ σπουδών. Έγινε δεκτός/εγγράφηκε/φοιτά στον επόμενο ~ο (βλ. εξάμηνο, έτος).|| (ΤΗΛΕΟΡ.) Νέος ~ επεισοδίων.|| Κάτι (δεν) εμπίπτει/εντάσσεται στον ~ο των ενδιαφερόντων/καθηκόντων της. Πβ. εύρος, σφαίρα, φάσμα.|| (ΦΙΛΟΛ., έμμετρες ή πεζές αφηγήσεις που αφορούν συγκεκριμένο ήρωα, μύθο) Ακριτικός/αργοναυτικός/τρωικός ~. 5. {συνηθέστ. στον πληθ.} ομάδα ατόμων που συνδέονται με συγγενική, φιλική, επαγγελματική ή άλλου είδους κοινωνική σχέση· περιβάλλον, περίγυρος: Ο γάμος έγινε σε κλειστό/στενό οικογενειακό και φιλικό ~ο. Έχει μεγάλο ~ο (: γνωρίζει πολύ κόσμο). Με το διαδίκτυο μπορεί να διευρύνει τον ~ο των γνωριμιών του. Είναι ιδιαίτερα γνωστή στους καλλιτεχνικούς και λογοτεχνικούς ~ους. Σύμφωνα με (έγκυρους) εισαγγελικούς/εκκλησιαστικούς/κυβερνητικούς/οικονομικούς ~ους ... Ακαδημαϊκοί/διπλωματικοί/εκπαιδευτικοί/νομικοί/στρατιωτικοί/τραπεζικοί ~οι κάνουν λόγο για ... ~οι της αντιπολίτευσης/του υπουργείου αναμένουν/αναφέρουν/δηλώνουν/επιμένουν/θεωρούν/σχολιάζουν/υποστηρίζουν ότι ...|| (για ανώτερη συνήθ. κοινωνική τάξη) Δεν ανήκει/προσπαθεί να μπει στον ~ο μας. Κάνει παρέα μόνο με άτομα του ~ου της. Βλ. κλίκα, σινάφι, φάρα, φατρία. 6. φυσική διαδικασία ή φαινόμενο αποτελούμενο από διαδοχικές φάσεις που ολοκληρώνονται επιστρέφοντας στην αρχική κατάσταση και επαναλαμβάνονται συνέχεια: (ΓΕΩΧ.) ο ~ του αζώτου/άνθρακα/θείου/νερού (= υδρολογικός ~)/οξυγόνου/φωσφόρου. Ο ~ της ύλης.|| Αναπνευστικός (βλ. εισπνοή, εκπνοή)/καρδιακός (βλ. συστολή, διαστολή) ~. 7. ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο μια περίοδος, πρόταση ή ένας στίχος αρχίζει και τελειώνει με την ίδια λέξη ή φράση. ● Υποκ.: κυκλάκι (το): κυρ. στις σημ. 1, 2. ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογικός κύκλος: ΒΙΟΛ. τα στάδια από τα οποία περνά ένας ζωικός ή φυτικός οργανισμός μέχρι τον θάνατο (π.χ. γέννηση, ανάπτυξη): Ο ~ ~ του παρασίτου διαρκεί από τέσσερις ως σαράντα μέρες. [< αγγλ. biological cycle] , δημοσιογραφικοί κύκλοι: όρος που χρησιμοποιείται για να αποφύγει κάποιος να κατονομάσει τη δημοσιογραφική πηγή πληροφόρησης: Όπως εκτιμούν ~ ~ ..., έμμηνος/καταμήνιος/γεννητικός/εμμηνορροϊκός κύκλος & ο κύκλος (της γυναίκας): ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την κυκλική μεταβολή των ορμονών του φύλου κατά την αναπαραγωγική ηλικία της γυναίκας και συνήθ. διαρκεί είκοσι οκτώ μέρες: φυσιολογικός ~ ~. Ανωμαλίες/διαταραχές/ρύθμιση του ~ού ~ου. Βλ. οιστρογόνα, προγεστερόνη, ωορρηξία., κύκλος επαφών: σειρά συναντήσεων, συνομιλιών ή δραστηριοτήτων: ευρύς ~ ~. Αρχίζει νέος ~ ~ με τους επιστημονικούς φορείς. Ολοκληρώθηκε ο (πρώτος) ~ ~ του ..., κύκλος εργασιών: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των εσόδων, πωλήσεων επιχείρησης σε ορισμένη χρονική περίοδο: αύξηση/ενίσχυση/μείωση/πτώση του ετήσιου ~ου ~. Η εταιρεία διευρύνει τον ~ο ~ της. Ο ενοποιημένος ~ ~ του ομίλου για την τριμηνία ανήλθε στα ... εκατομμύρια ευρώ/σημείωσε άνοδο ... %/υποχώρησε κατά ... %. Πβ. τζίρος.|| (παλαιότ.) Φόρος ~ου ~. Πβ. ΦΠΑ., κύκλος ζωής 1. τα στάδια από την παραγωγή ενός προϊόντος μέχρι το τέλος της χρησιμότητάς του: ο ~ ~ επιχειρησιακού προγράμματος/λογισμικού/συστήματος. Ανάλυση ~ου ~ (: εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων προϊόντος, διεργασίας ή δραστηριότητας). Οχήματα τέλους ~ου ~ (: αυτά που τίθενται εκτός κυκλοφορίας). 2. & ο κύκλος της ζωής: η πορεία ενός οργανισμού από τη γέννηση ως τον θάνατο. [< αγγλ. life cycle] , κύκλος ποιότητας: ομάδα υπαλλήλων εταιρείας που συνήθ. εθελοντικά πραγματοποιούν τακτικές συναντήσεις με σκοπό την επίλυση προβλημάτων ποιότητας και τη βελτίωση της απόδοσης των ίδιων και των συναδέλφων τους. [< αγγλ. quality circle, 1980] , αρκτικός κύκλος βλ. αρκτικός1, βιογεωχημικός κύκλος βλ. βιογεωχημικός, έγκυροι κύκλοι βλ. έγκυρος, έκκεντροι κύκλοι βλ. έκκεντρος, επικός κύκλος βλ. επικός, ζωδιακός (κύκλος)/ζωδιακή ζώνη βλ. ζωδιακός, ηλιακός κύκλος βλ. ηλιακός, θερμοδυναμικός κύκλος βλ. θερμοδυναμικός, θηβαϊκός κύκλος βλ. θηβαϊκός, κατακόρυφος κύκλος βλ. κατακόρυφος, κύκλος (του) αίματος βλ. αίμα, οικονομικός κύκλος βλ. οικονομικός, ομόκεντροι κύκλοι βλ. ομόκεντρος, παράλληλος (κύκλος) βλ. παράλληλος, σεληνιακός κύκλος/κύκλος του Μέτωνα βλ. σεληνιακός, τροπικός (κύκλος) βλ. τροπικός, ψυκτικός κύκλος βλ. ψυκτικός, ωριαίος κύκλος βλ. ωριαίος ● ΦΡ.: κύκλοι (ανά δευτερόλεπτο): ΦΥΣ. (στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων) μονάδα μέτρησης της συχνότητας: Το ανθρώπινο αυτί αντιλαμβάνεται ήχους από 20 ως 20.000 ~ους ~. ΣΥΝ. χερτζ, του κύκλου τα γυρίσματα (προφ.): για να δηλωθεί το ευμετάβλητο της ζωής, της τύχης. Πβ. έχει ο καιρός γυρίσματα., ανοίγει ο κύκλος βλ. ανοίγω, κύκλος/γύρος συζητήσεων βλ. συζήτηση, μη μου τους κύκλους τάραττε! βλ. ταράζω, τετραγωνίζω τον κύκλο βλ. τετραγωνίζω, τετραγωνισμός του κύκλου βλ. τετραγωνισμός, φαύλος κύκλος βλ. φαύλος [< 1: αρχ. κύκλος 2,3,4,5,6: γαλλ. cycle, cercle, αγγλ. cycle, πβ. γερμ. Zyklus 7: μτγν. ~]

-ότητα

-ότητα(λόγ.) επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. κατάσταση ή χαρακτηριστικό: αυστηρ~/γνησι~/προνοητικ~. Βλ. -ύτητα.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Oσι~/παναγι~. Αγι~/ιερ~ (ΣΥΝ. -οσύνη). 2. (περιληπτ., παράγ. από ουσ.) σύνολο ατόμων με κοινή ιδιότητα: αδελφ~/ανθρωπ~. [< αρχ. -ότης]

ποσότητα

ποσότηταπο-σό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {ποσοτήτων} 1. ο αριθμός, η μάζα, ο όγκος μετρήσιμης ύλης: άγνωστη/ακριβής/απεριόριστη/διαθέσιμη/σημαντική ~. ~ βιταμίνης/παραγγελίας/ραδιενέργειας. Η ελάχιστη/μέγιστη δυνατή ~. Έχασε μεγάλη ~ αίματος στο ατύχημα. ΣΥΝ. ποσό (2) 2. ποσοτικά γνωρίσματα: Λόγος πλούσιος σε ~, αλλά όχι σε ποιότητα. 3. ΓΛΩΣΣ. -ΜΕΤΡ. (κυρ. στην αρχ. ελλην. γλ.) η ιδιότητα των φωνηέντων και κατά συνέπεια των συλλαβών να είναι μακρές ή βραχείες και η σχετική εκφώνησή τους. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: αμελητέα ποσότητα βλ. αμελητέος [< αρχ. ποσότης, γαλλ. quantité, αγγλ. quantity]

ISO

ISO& (προφ.) άιζο (το): Διεθνής/Παγκόσμιος Οργανισμός Τυποποίησης, ο οποίος αναπτύσσει, συντονίζει και κοινοποιεί διεθνή πρότυπα για την τεχνολογία, τη βιομηχανία και το εμπόριο· (κατ' επέκτ.-καταχρ.) τα ίδια τα πρότυπα. [< αγγλ. International Organization for Standardization, 1947, γαλλ. ISO, 1973]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.