-αρχος{-άρχου (σπανιότ.) -αρχου} επίθημα αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. τον διοικητή, τον επικεφαλής: (ως αξίωμα:) μοίρ~/ναύ~/πλοί~/φύλ~.|| Δήμ~.2. τον προϊστάμενο υπηρεσίας: ληξί~.
επαναστάτης
επαναστάτης[ἐπαναστάτης] ε-πα-να-στά-της ουσ. (αρσ.) {επαναστατών | σπάν. θηλ. επαναστάτισσα} , επαναστάτρια (η) 1. πρόσωπο που επαναστατεί, που συμμετέχει σε επανάσταση. Πβ. αντάρτης, κινηματίας, στασιαστής.2. (μτφ.) εισηγητής ή υποστηρικτής επαναστατικών, ριζοσπαστικών ιδεών· απείθαρχος ή ατίθασος άνθρωπος: αιώνιος/κοινωνικός/πολιτικός/φλογερός ~. ~ και οραματιστής/προοδευτικός. ~ στη ζωή/στην τέχνη. (ως επίθ.) ~ες: διανοοούμενοι. Πβ. αναμορφωτής, μεταρρυθμιστής, ριζοσπάστης.|| (μειωτ.) ~ες της πλάκας. ● ΦΡ.: επαναστάτης χωρίς (/με) αιτία (συνήθ. ειρων.): πρόσωπο ασυμβίβαστο και αντιδραστικό, αμφισβητίας, χωρίς(/με) φανερό λόγο. [< γαλλ. révolutionnaire]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.