Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • πολέμαρχος πο-λέ-μαρ-χος ουσ. (αρσ.) & πολεμάρχος 1. αρχηγός συνήθ. παραστρατιωτικών ομάδων: βετεράνος ~. Βλ. επαναστάτης. 2. (λογοτ.) γενναίος στρατιωτικός ηγέτης: ανελέητος/ατρόμητος/άφοβος/δυνατός/ισχυρός/τρομερός ~. Βλ. -αρχος. [< αρχ. πολέμαρχος ‘στρατηγός’, γαλλ. polémarque, αγγλ. polemarch]

-αρχος

-αρχος{-άρχου (σπανιότ.) -αρχου} επίθημα αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. τον διοικητή, τον επικεφαλής: (ως αξίωμα:) μοίρ~/ναύ~/πλοί~/φύλ~.|| Δήμ~. 2. τον προϊστάμενο υπηρεσίας: ληξί~.

επαναστάτης

επαναστάτης[ἐπαναστάτης] ε-πα-να-στά-της ουσ. (αρσ.) {επαναστατών | σπάν. θηλ. επαναστάτισσα} , επαναστάτρια (η) 1. πρόσωπο που επαναστατεί, που συμμετέχει σε επανάσταση. Πβ. αντάρτης, κινηματίας, στασιαστής. 2. (μτφ.) εισηγητής ή υποστηρικτής επαναστατικών, ριζοσπαστικών ιδεών· απείθαρχος ή ατίθασος άνθρωπος: αιώνιος/κοινωνικός/πολιτικός/φλογερός ~. ~ και οραματιστής/προοδευτικός. ~ στη ζωή/στην τέχνη. (ως επίθ.) ~ες: διανοοούμενοι. Πβ. αναμορφωτής, μεταρρυθμιστής, ριζοσπάστης.|| (μειωτ.) ~ες της πλάκας. ● ΦΡ.: επαναστάτης χωρίς (/με) αιτία (συνήθ. ειρων.): πρόσωπο ασυμβίβαστο και αντιδραστικό, αμφισβητίας, χωρίς(/με) φανερό λόγο. [< γαλλ. révolutionnaire]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.