αγωγή[ἀγωγή] α-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. συστηματική διαδικασία για την ψυχική, πνευματική μόρφωση και σωματική διάπλαση του ανθρώπου, εκπαίδευση, κατάρτιση σε ένα ορισμένο αντικείμενο ή ανατροφή: αισθητική/διαπολιτισμική/εικαστική/ελληνική/επαγγελματική/ηθική/θεατρική/θρησκευτική/καλλιτεχνική/κοινωνική/μουσειακή/πολυπολιτισμική/προγεννητική (: προετοιμασία για τον γονεϊκό ρόλο)/προσχολική/στρατιωτική/συμβουλευτική/συναισθηματική/υποχρεωτική/χριστιανική ~. ~ νου και ψυχής (πβ. γαλούχηση). ~ του καταναλωτή. Προβλήματα ~ής και παιδείας (πβ. διαπαιδαγώγηση).|| (για άνθρωπο:) με/χωρίς ~ (: με καλή ανατροφή/ανάγωγος). Έχει λάβει ~/στερείται ~ής από το σπίτι. Έδωσε καλή ~ στα παιδιά του. Βλ. δι~. 2. ΝΟΜ. αίτηση δικαστικής προστασίας με σκοπό την ικανοποίηση προσβαλλόμενου δικαιώματος και συνεκδ. το έγγραφο με το οποίο υποβάλλεται η ανωτέρω αίτηση (το δικόγραφό της): δικαστική/ένδικη/ποινική ~. ~ διαζυγίου/έξωσης (λόγω ιδιοχρησίας). ~ για ηθική βλάβη/καταβολή αποζημίωσης/συκοφαντική δυσφήμιση. ~ εναντίον/κατά/σε βάρος (κάποιου). Ασκώ/εγείρω/κάνω (πβ. ενάγω)/καταθέτω/κινώ/προβαίνω σε/προχωρώ σε/υποβάλλω ~. Απορρίπτεται/γίνεται δεκτή/κοινοποιείται/συζητείται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο η ~. Αξίωσε με ~ την αναγνώριση της πατρότητας. Βλ. αναφορά, αντ~, καταγγελία, μήνυση, προσ~. 3. ΙΑΤΡ. συστηματική αντιμετώπιση ενός προβλήματος υγείας: αντιβιοτική/αντιμικροβιακή/αντιπηκτική/εναλλακτική/θεραπευτική/ιατροφαρμακευτική/παρηγορητική/προληπτική/συντηρητική/φαρμακευτική ~. ~ για αντιμετώπιση επιπλοκών/οστεοπόρωση/υπέρταση. Ο γιατρός όρισε ~ με δίαιτα/φάρμακα. Πβ. θεραπεία, κούρα. 4. ΦΥΣ. μετάδοση ενέργειας μέσα από ένα υλικό μέσο: ~ ηλεκτρισμού/θερμότητας. Βλ. αγώγιμος, εισ~, εξ~, περι~. ● ΣΥΜΠΛ.: αγωγή κακοδικίας: ΝΟΜ. που ασκεί κάποιος εναντίον δικαστικού λειτουργού ή δικηγόρου για ζημία σε βάρος του, λόγω αμέλειας ή παραδρομής κατά την άσκηση των καθηκόντων του: Δικαστήριο Αγωγών ~., αγωγή του πολίτη & Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή: σχολικό μάθημα και βιβλίο που αναφέρεται στη λειτουργία της κοινωνίας και τη διοίκηση των δήμων, καθώς και στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών., αγωγή υγείας: δραστηριότητα που στοχεύει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής μέσω της ενημέρωσης και της ευαισθητοποίησης σε θέματα υγείας: προγράμματα ~ής ~ στα σχολεία., γλωσσική αγωγή: που στοχεύει στην καλλιέργεια της γλώσσας και συγκεκριμένα του προφορικού λόγου, της ακρόασης, της ανάγνωσης και της γραφής: ~ ~ στο νηπιαγωγείο. Αξιοποίηση των υπολογιστών στη ~ ~., ειδική αγωγή/εκπαίδευση: αγωγή ατόμων που αποκλίνουν σε σημαντικό βαθμό διανοητικά, σωματικά, κοινωνικά ή συναισθηματικά από αυτόν που θεωρείται φυσιολογικός: ~ ~ κωφών. ~ ~ και αυτισμός. [< αγγλ. special education, 1921] , κυκλοφοριακή αγωγή: που αποσκοπεί στην εκμάθηση της σωστής οδικής κυκλοφορίας οχημάτων και πεζών: ~ ~ παιδιών ηλικίας ως δώδεκα ετών., περιβαλλοντική αγωγή: διαδικασία που οδηγεί στην ανάπτυξη ικανοτήτων και στάσεων απαραίτητων για την κατανόηση και την εκτίμηση της σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο, τον πολιτισμό του και το βιοφυσικό περιβάλλον και κυρ. την προστασία του τελευταίου: οικολογική παιδεία και ~ ~. Βιώσιμη ανάπτυξη με την ~ ~. Ευαισθητοποίηση των μαθητών σε θέματα ~ής ~ής. [< αγγλ. environmental education] , πολιτική αγωγή: ΝΟΜ. (σε ποινικό δικαστήριο) αξιώσεις αστικής φύσεως (για αποζημίωση, αποκατάσταση, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης), όπως και ποινικές, οι οποίες προκύπτουν από έγκλημα· ειδικότ. ο παθών ή κυρ. καταχρ. ο δικηγόρος του παθόντος: Ο εκπρόσωπος/ο συνήγορος της ~ής ~ής. Οι συγγενείς των θυμάτων μπορούν να παραστούν στο δικαστήριο ως ~ ~., σεξουαλική αγωγή/διαπαιδαγώγηση: που έχει ως στόχο την εξοικείωση με τη σεξουαλικότητα του ανθρώπου, με θέματα ανατομίας και υγιεινής και την ενημέρωση σχετικά με την αντισύλληψη και την αναπαραγωγή: ~ ~ στα σχολεία. Διαφυλικές σχέσεις/έφηβοι και ~ ~. [< αγγλ. sex(ual) education, 1920, γαλλ. éducation sexuelle] , φυσική/σωματική/αθλητική αγωγή: σύνολο κινητικών και αισθητικών δραστηριοτήτων που αποβλέπουν στη βιολογική, κοινωνική και πνευματική ανάπτυξη του ανθρώπου και την καλλιέργεια της συνεργασίας, της ομαδικότητας και της πειθαρχίας, γυμναστική· ειδικότ. το αντίστοιχο σχολικό μάθημα: ~ ~ των νέων/στο σχολείο. Βλ. αθλητισμός.|| Διδάσκω/σπούδασε ~ ~. [< αγγλ. physical education] , αναγνωριστική αγωγή βλ. αναγνωριστικός, αντισταθμιστική αγωγή/εκπαίδευση βλ. αντισταθμιστικός, διεκδικητική αγωγή βλ. διεκδικητικός, καταψηφιστική αγωγή βλ. καταψηφιστικός, ρυθμική αγωγή βλ. ρυθμικός ● ΦΡ.: αγωγή περί κλήρου βλ. κλήρος [< 1: αρχ. ἀγωγή, 2: μτγν. 3: γαλλ. procès, 4: αγγλ. conduction]
εξυπηρέτηση[ἐξυπηρέτηση] ε-ξυ-πη-ρέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. παροχή ή προσφορά υπηρεσιών· οι ίδιες οι παρεχόμενες υπηρεσίες: άμεση/ηλεκτρονική/ταχεία/τηλεφωνική (= τηλ~) ~ πελατών. Βιβλιοθήκη για την ~ των σπουδαστών. Παραλαβή εισιτηρίων από προκαθορισμένα σημεία ~ης.|| Πλήθος τουριστικών ~ήσεων (π.χ. εστιατόρια, καταστήματα, ξενοδοχεία). 2. κάλυψη, ικανοποίηση (ελλείψεων, επιδιώξεων): πνευματικό κέντρο για την ~ των αναγκών των ενοριτών. ~ στόχων δηµοσίου συµφέροντος (πβ. επίτευξη). Πβ. εκπλήρωση. 3. (αρνητ. συνυποδ.) διευκόλυνση ή ειδικότ. χάρη που γίνεται επιλεκτικά ή παράτυπα και προσφέρεται ως αντάλλαγμα: ~ συμφερόντων. Ζητώ/θέλω/κάνω μια ~ (πβ. ευκολία). Ρουσφετολογικές προσλήψεις για την ~ της εκλογικής πελατείας. Διακρίσεις και ~ήσεις ημετέρων. Βλ. αλληλο~. ● ΣΥΜΠΛ.: Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (ακρ. ΚΕΠ): καθεμία από τις υπηρεσίες που υπάρχουν σε κάθε δήμο και στις οποίες οι πολίτες μπορούν να πληροφορηθούν για όλα τα θέματα της Δημόσιας Διοίκησης και να προωθήσουν προς διεκπεραίωση υποθέσεις τους, που σχετίζονται με φορείς του Δημοσίου. Πβ. υπηρεσία μιας στάσης. [< μτγν. ἐξυπηρέτησις, γαλλ. service]
κοινωνίακοι-νω-νί-α ουσ. (θηλ.) {κοινωνιών} 1. σύνολο ανθρώπων που καταλαμβάνει μια σχετικά οριοθετημένη περιοχή και ζει κάτω από τις ίδιες περίπου πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες· γενικότ. κάθε ομάδα ατόμων με κοινά στοιχεία, ενδιαφέροντα και το είδος των σχέσεων που αναπτύσσονται μεταξύ τους: αγροτική/αναπτυσσόμενη/αρχαία/αστική/δημοκρατική/δυτική/εξελιγμένη/επαρχιακή/ευρωπαϊκή/θρησκευτική/καπιταλιστική/μητριαρχική/μυστική (βλ. μασονία)/πατριαρχική/πλουραλιστική/πολυπολιτισμική/προηγμένη/πρωτόγονη/σοσιαλιστική/συντηρητική/ταξική/τεχνολογική/τοπική (πβ. δήμος)/υπανάπτυκτη/φεουδαρχική/φιλελεύθερη ~. ~ της αγοράς/της γνώσης/του μέλλοντος/(των) δύο ταχυτήτων. Βουδιστικές/μουσουλμανικές/χριστιανικές ~ες. Ανοιχτές/κλειστές ~ες (: οι οποίες είναι ή δεν είναι, αντίστοιχα, ανεκτικές στη διαφορετικότητα). Διάρθρωση/εξέλιξη/μέλη/οργάνωση της ~ας. Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής ~ας (της Ακαδημίας Αθηνών). (προφ.) Τι θα πει η ~ (πβ. κόσμος); Βλ. κοινότητα.|| (υβριστ.) Απόβρασμα της ~ας. Βλ. παλιο~. 2. ΖΩΟΛ. ομάδα ζώων με χαρακτηριστική κοινωνική δομή, οργάνωση: η ~ των μελισσών/μυρμηγκιών. Πβ. αποικία.|| (ΟΙΚΟΛ.) Η ~ των φυτών (= φυτο~). ● ΣΥΜΠΛ.: Θεία Κοινωνία & Αγία Κοινωνία: ΕΚΚΛΗΣ. μυστήριο της Χριστιανικής Εκκλησίας κατά το οποίο ο πιστός μεταλαμβάνει το σώμα και το αίμα του Χριστού. ΣΥΝ. Θεία Ευχαριστία, Μετάληψη, κοινωνία (των) πολιτών: ΠΟΛΙΤ. σύνολο κινημάτων, οργανώσεων ή πολιτών, ανεξάρτητων από το κράτος, που έχουν ως σκοπό να μεταβάλουν, μέσω της συλλογικής δράσης, τις κοινωνικές, πολιτικές δομές ή νόρμες σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο. Βλ. ενεργοί πολίτες, κοινωνικό κεφάλαιο, μη κυβερνητική οργάνωση, συμμετοχικότητα., κοινωνία δικαιώματος: ΝΟΜ. η κατάσταση δύο ή περισσοτέρων προσώπων που μοιράζονται ένα δικαίωμα., κοινωνία των δύο τρίτων: που χαρακτηρίζεται από αδικίες και ανισότητες εις βάρος περ. του ενός τρίτου του πληθυσμού., Κοινωνία των Εθνών: διεθνής οργανισμός (1920-1946) που είχε ως στόχο την ανάπτυξη της συνεργασίας και τη διατήρηση της ειρήνης μεταξύ των λαών. Βλ. ΟΗΕ. [< αγγλ. League of Nations, 1917] , μαζική κοινωνία (αρνητ. συνυποδ.): τα μέλη της οποίας συμπεριφέρονται και αντιμετωπίζονται ως μάζα., η υψηλή/καλή κοινωνία: οι ανώτερες κοινωνικές τάξεις, η κοινωνική ελίτ. Πβ. αριστοκρατία, χάι σοσάιτι. [< γαλλ. la haute/bonne société] , (κοινωνικό) περιθώριο/περιθώριο της κοινωνίας βλ. περιθώριο, αταξική κοινωνία βλ. αταξικός, βιομηχανική κοινωνία βλ. βιομηχανικός, καταναλωτική κοινωνία βλ. καταναλωτικός, κοινωνία κληρονόμων βλ. κληρονόμος, κοινωνία της αφθονίας βλ. αφθονία, Κοινωνία της Πληροφορίας βλ. πληροφορία, κοινωνία του θεάματος βλ. θέαμα, παραδοσιακή κοινωνία βλ. παραδοσιακός ● ΦΡ.: άτιμη/κακούργα κοινωνία! (λαϊκό-συνήθ. ως επιφών.): όταν επιρρίπτονται αόριστα ευθύνες σε άλλους ή ως έκφραση αγανάκτησης., με τι μούτρα/δεν έχω μούτρα να βγω στην κοινωνία: για κάποιον που ντρέπεται πολύ για κάτι, που νιώθει προσβεβλημένος, κυρ. από τη συμπεριφορά άλλου., έρχομαι εις γάμου κοινωνία(ν) βλ. γάμος [< αρχ. κοινωνία, γαλλ. société]
οδηγός[ὁδηγός] ο-δη-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που θέτει σε λειτουργία και κινεί όχημα: απρόσεκτος/ασυνείδητος/έμπειρος/επαγγελματίας/ερασιτέχνης/κακός/καλός ~. ~ αυτοκινήτου/λεωφορείου (= λεωφορειατζής)/μοτοσικλέτας/ποδηλάτου/ράλι (= ραλίστας)/ταξί (= ταξιτζής)/τρένου (= μηχαν~)/φορτηγού (= φορτηγατζής). Άδεια/αερόσακος/δίπλωμα/κάθισμα ~ού. Σήμα νέου ~ού (: Ν). Ασφάλεια ~ού και συνοδηγού. (ΣΤΡΑΤ.) ~ (εδάφους) άρματος. Σχολή ~ών/οδήγησης (: για προετοιμασία υποψηφίων ~ών). Πβ. σοφέρ. Βλ. ηλεκτρ~, συν~. 2. πρώτος σε έναν σχηματισμό, που προπορεύεται συνήθ. μπροστά από ομάδα, για να υποδεικνύει τη διαδρομή ή την κατεύθυνση· ειδικότ. ξεναγός: ~ ορειβατών/τουριστών. Είναι ~ βουνού και εκπαιδευτής ορειβασίας. Περίπατος με ~ό.|| (σε ναυτικό σχηματισμό:) Πλοίο-~.|| Σκύλος-~ τυφλών. Πβ. επικεφαλής. Βλ. εργ~. 3. {μόνο στο αρσ.} εγχειρίδιο με πρακτικές και χρήσιμες πληροφορίες, συμβουλές ή οδηγίες που κυκλοφορεί σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή και αναφέρεται σε ειδικό θέμα ή αντικείμενο: αναλυτικός/αρχαιολογικός/εγκυκλοπαιδικός/εκπαιδευτικός/ενημερωτικός/επαγγελματικός/επενδυτικός/επιχειρηματικός/εύχρηστος/ιατρικός/νομικός/πλήρης/πολιτιστικός/πρακτικός/συνοπτικός/φορολογικός ~. ~ αγοράς/διακοπών/διασκέδασης/επαγγελμάτων/εστιατορίων/(ΣΤΡΑΤ.) θητείας/καταλυμάτων/πλοήγησης (στο ίντερνετ)/υγείας. ~-βοήθημα (= βοηθητικός ~). Ο απόλυτος ταξιδιωτικός ~ για την πόλη. Βλ. ευρετήριο. 4. (μτφ.) κάποιος ή κάτι που ασκεί σημαντική επιρροή και έχει καθοδηγητικό, ρυθμιστικό ρόλο σε μια πορεία: (για πρόσ.) ηθικός/πνευματικός ~. Η μητέρα μου είναι ~ στη ζωή μου. Πβ. καθοδηγητής.|| Με ~ό τη λογική, όχι το συναίσθημα. 5. ΠΛΗΡΟΦ. λογισμικό που επιτρέπει σε υπολογιστή να επικοινωνεί με οποιαδήποτε περιφερειακή συσκευή· ντράιβερ: εξωτερικός/εσωτερικός ~. ~ δισκέτας/εκτυπωτή/ντιβιντί/σιντιρόμ/ταινίας. 6. μακρόστενη κατασκευή με ράβδο που έχει εσωτερικό αυλάκι, για να σύρεται πάνω της κινητό στέλεχος: χωνευτός ~. ~ συρταριού. Μεταλλικός ~ στήριξης θερμομονωτικών πλακών. Επιδαπέδιος ~ πόρτας. ~ για κουρτίνα/(συρόμενο) παράθυρο.|| (στο ψάρεμα:) ~ βέργας/πετονιάς. 7. ΠΛΗΡΟΦ. γραμμή η οποία έλκει την προσοχή του χρήστη από μια επεξήγηση στο κατάλληλο τμήμα της εικόνας. 8. αγόρι η κορίτσι μεταξύ έντεκα και δεκατεσσάρων ετών που ανήκει στο Σώμα Ελληνικού Οδηγισμού. ● Μεγεθ.: οδηγάρα (η) βλ. σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: Μεγάλος Οδηγός: έφηβος ηλικίας δεκατεσσάρων έως δεκαεπτά ετών που ανήκει στο Σώμα Ελληνικού Οδηγισμού., οδηγός σπουδών (συνηθέστ. με κεφαλ. τα αρχικά Ο, Σ): έντυπο που παρέχεται από τα ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα στους φοιτητές ενός τμήματος και παρουσιάζει τους στόχους, τη δομή, τα γνωστικά αντικείμενα, το ερευνητικό και διδακτικό προσωπικό του, τις επαγγελματικές προοπτικές και τις νέες ειδικότητες που προκύπτουν από αυτό και γενικότ. κάθε έντυπο που ενημερώνει για τη φοίτηση και τις προοπτικές σπουδών: ηλεκτρονικός ~ ~. ~ ~ για το ακαδημαϊκό έτος ... Οδηγός μεταπτυχιακών/προπτυχιακών σπουδών.|| ~ ~ λυκείου/φροντιστηρίου., Οδηγός του Πολίτη: κατηγοριοποίηση χρήσιμων πληροφοριών για τον πολίτη σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, που προσφέρεται από δημόσιες κυρ. υπηρεσίες: ~ ~ με αναπηρία., Χρυσός Οδηγός: πλήρης και ευρείας εμβέλειας οδηγός και τηλεφωνικός κατάλογος σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή με καταχώριση επαγγελματιών, εταιρειών και επιχειρήσεων: ~ ~ Εθελοντισμού., οδηγός εγκατάστασης βλ. εγκατάσταση, τουριστικός οδηγός βλ. τουριστικός [< 1: γαλλ. conducteur 2,4: μτγν. ὁδηγός 3: γαλλ. guide 5: αγγλ. driver]
συμπαραστάτηςσυ-μπα-ρα-στά-της ουσ. (αρσ.) {θηλ. συμπαραστάτρια}: υποστηρικτής, σύμμαχος: ακούραστος/άξιος/(ΝΟΜ.) δικαστικός/πολύτιμος ~. Στάθηκε/υπήρξε ~ στον αγώνα/στο έργο τους. Στην προσπάθειά της θα με βρει/έχει ~η. Πβ. βοηθός, παραστάτης. Βλ. -στάτης. ● ΣΥΜΠΛ.: Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. αιρετό πρόσωπο εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας που δέχεται και εξετάζει καταγγελίες των δημοτών και των επιχειρήσεων για κακοδιοίκηση των υπηρεσιών του Δήμου στον οποίο υπάγονται., Συμπαραστάτης του Πολίτη και της Επιχείρησης: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. αιρετό πρόσωπο εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας που δέχεται και εξετάζει καταγγελίες των πολιτών και των επιχειρήσεων για κακοδιοίκηση των υπηρεσιών της Περιφέρειας στην οποία υπάγονται. [< αρχ. συμπαραστάτης]
συνήγοροςσυ-νή-γο-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -όρου} 1. ΝΟΜ. δικηγόρος που εκπροσωπεί στο δικαστήριο διάδικο, κατηγορούμενο ή πολιτικό ενάγοντα: ~ εναγομένου/πολιτικής αγωγής/υπεράσπισης. Aναλαμβάνω/διορίζομαι ~. ΣΥΝ. υπεράσπιση (2) 2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) πρόσωπο που, χωρίς να του έχει ζητηθεί, υπερασπίζεται κάποιον τρίτο: αυτόκλητος ~. Δεν μου χρειάζεται ~, ξέρω τι λέω. ΣΥΝ. δικηγόρος (2) ● ΣΥΜΠΛ.: Συνήγορος του Καταναλωτή: ΝΟΜ. ανεξάρτητη Αρχή, η οποία ιδρύθηκε το 2004, αρμόδια για την εξώδικη επίλυση καταναλωτικών διαφορών· λειτουργεί και ως συμβουλευτικός θεσμός στο πλευρό της Πολιτείας. [< αγγλ. Consumer(s') Council, 1930] , Συνήγορος του Πολίτη (ακρ. ΣτΠ): ΝΟΜ. ανεξάρτητη διοικητική Αρχή σε κάθε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αποστολή τη διαμεσολάβηση μεταξύ των πολιτών και των δημόσιων υπηρεσιών και της κυβέρνησης, για την προστασία και προαγωγή των δικαιωμάτων του πολίτη, την καταπολέμηση της κακοδιοίκησης, και την τήρηση της νομιμότητας: ~ ~ για τον Δημότη/για την Ίση Μεταχείριση/για τον Μετανάστη, τον Πρόσφυγα και τον Ομογενή/για το Παιδί/για το Περιβάλλον/για την Υγεία και την Κοινωνική Αλληλεγγύη (: ειδικές υπηρεσίες του ΣτΠ). Πβ. Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής. [< γαλλ. Le protecteur du citoyen, 1968] , δικηγόρος/συνήγορος του διαβόλου βλ. δικηγόρος [< αρχ. συνήγορος ‘υπερασπιστής’]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ