Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • πολιορκία πο-λι-ορ-κί-α ουσ. (θηλ.) 1. περικύκλωση και αποκλεισμός οχυρωμένης περιοχής από εχθρικές στρατιωτικές δυνάμεις, καθώς και διενέργεια εφόδων, ώστε να την εξαναγκάσουν σε παράδοση· συνεκδ. η αντίστοιχη αστυνομική επιχείρηση: ανελέητη/ασφυκτική/στενή ~. ~ του αρχηγείου/κάστρου. ~ από ξηρά και θάλασσα. Άρση/λήξη/λύση/τερματισμός της ~ας. Η ~ διήρκεσε/κράτησε ... μήνες/χρόνια. Έσπασαν/χαλάρωσαν την ~. Η πόλη έπεσε/κυριεύτηκε ύστερα από σύντομη ~. Βρίσκονται/τελούν υπό ~. Αντιστάθηκαν στην ~.|| (ΙΣΤ.) Η πρώτη/δεύτερη ~ του Μεσολογγίου. Η ~ της Κωνσταντινούπολης/του Λένινγκραντ (ή των 900 ημερών).|| Αστυνομική ~. 2. (μτφ.) άσκηση φορτικής πίεσης σε κάποιον για την επίτευξη ορισμένου σκοπού: Δεν μπορεί να ξεφύγει από την ~ του. Δεν ενέδωσε/υπέκυψε στην (ερωτική) ~ του (= φλερτ). Πβ. μαρκάρισμα. 3. (μτφ.) συνωστισμός γύρω από κάποιον ή κάτι: ~ της πρεσβείας από τους διαδηλωτές. ~ στα γκισέ για ένα εισιτήριο.|| Πύρινη ~ οικισμών. ● ΣΥΜΠΛ.: σε κατάσταση πολιορκίας: λήψη έκτακτων μέτρων ασφαλείας και αναστολή ορισμένων συνταγματικών δικαιωμάτων των πολιτών, σε περιπτώσεις άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας: Η χώρα κηρύχθηκε ~ ~. Πβ. κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Βλ. στρατιωτικός νόμος. [< γαλλ. en état de siège] [< 1: αρχ. πολιορκία]

στρατιωτικός

στρατιωτικός, ή, ό στρα-τι-ω-τι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με τον Στρατό Ξηράς και γενικότ. τις Ένοπλες Δυνάμεις ή τους στρατιώτες: ~ός: ακόλουθος/αναλυτής/γιατρός/δικαστής/δορυφόρος/εξοπλισμός/ιερέας/χαιρετισμός. ~ή: ακαδημία/απειλή/αποστολή/άσκηση/βάση/βία/βοήθεια/δικαιοσύνη/δικτατορία/διοίκηση/δράση/εισβολή/εκπαίδευση/επέμβαση/ζωή (: που χαρακτηρίζεται από πειθαρχία, αφοσίωση στο καθήκον, αίσθημα ευθύνης)/ηγεσία/ήττα/θητεία/ιεραρχία/ιστορία/ισχύς (μιας χώρας)/μονάδα/νίκη/οργάνωση/παρέλαση/παρουσία (: σε ένα μέρος)/περιοχή/στρατηγική/συνεργασία/τέχνη/υπεροχή/φάλαγγα. ~ό: αεροδρόμιο/αεροσκάφος/δικαστήριο (βλ. αερο-, ναυτο-, στρατο-δικείο)/δόγμα/έγγραφο/εμβατήριο/έμβλημα/επάγγελμα/καθεστώς/κατεστημένο/κοιμητήριο/μουσείο/νοσοκομείο/όχημα/πλήγμα/σώμα/υλικό/φυλάκιο. ~οί: κύκλοι. ~ές: Αρχές/δαπάνες/δυνάμεις/εγκαταστάσεις/επιχειρήσεις/πιέσεις/υπηρεσίες/φυλακές. ~ά: είδη (σε κατάστημα)/θέματα/καθήκοντα/μέσα. ~ Ποινικός Κώδικας. ~ή δομή/Επιτροπή. Το ~ό σκέλος του ΝΑΤΟ. Σύστημα πλοήγησης για ~ές εφαρμογές/~ή χρήση. Η κηδεία του έγινε με ~ές τιμές. Βλ. παρα~. ΑΝΤ. πολιτικός (3) ● Ουσ.: στρατιωτικά (τα) (προφ.): η στρατιωτική στολή. ΣΥΝ. φανταρίστικα ΑΝΤ. πολιτικά (2), στρατιωτικό (το) (προφ.): η στρατιωτική θητεία: Δεν έχει κάνει/Έχει τελειώσει το ~ του. ΣΥΝ. φανταριλίκι, στρατιωτικός (ο/η): μόνιμος αξιωματικός ή υπαξιωματικός των Ενόπλων Δυνάμεων: πρώην/υψηλόβαθμος ~. Βλ. ιδιώτης, πολίτης. [< γαλλ. militaire] ● επίρρ.: στρατιωτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: στρατιωτική αστυνομία: στρατονομία., στρατιωτικός νόμος: σύμφωνα με τον οποίο ολόκληρη χώρα ή τμήμα της τίθεται σε κατάσταση πολιορκίας: επιβολή/κήρυξη ~ού ~ου., άοπλη (στρατιωτική) θητεία βλ. θητεία, στρατιωτικές υποχρεώσεις βλ. υποχρέωση, στρατιωτική αντιπαράθεση βλ. αντιπαράθεση, στρατιωτική ζώνη βλ. ζώνη, στρατιωτική πειθαρχία βλ. πειθαρχία, Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων βλ. εύελπις [< αρχ. στρατιωτικός ‘σχετικός με στρατιώτη’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.