Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • πολλαπλασιαστικός , ή, ό πολ-λα-πλα-σι-α-στι-κός επίθ.: που μπορεί να πολλαπλασιάζει κάτι: ~ός: παράγοντας (πβ. πολλαπλασιαστής). ~ή: αύξηση (της παραγωγικότητας)/δράση/δυναμική. ~ό: αποτέλεσμα/υλικό. ~ά: οφέλη.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ά: αριθμητικά (π.χ. τριπλός). ● επίρρ.: πολλαπλασιαστικά [< γαλλ. multiplicatif]