Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • πολυμηχανή πο-λυ-μη-χα-νή ουσ. (θηλ.): συσκευή πολλαπλών λειτουργιών: ~ αρτοζαχαροπλαστικής/παραγωγής κουλουριών/ροφημάτων. Αυτόματη ~.
  • πολυμηχάνημα πο-λυ-μη-χά-νη-μα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα που λειτουργεί ως εκτυπωτής, φωτοαντιγραφικό, σαρωτής και φαξ: έγχρωμο ~. ~ήματα λέιζερ. Βλ. πολυσυσκευή.

πολυσυσκευή

πολυσυσκευήπο-λυ-συ-σκευ-ή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που ενσωματώνει σε μια μονάδα πολλές διαφορετικές λειτουργίες: ~ μαγειρέματος. Βλ. πολυ-κουζινάκι, -μηχάνημα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.