Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • πολυφαρμακία πο-λυ-φαρ-μα-κί-α ουσ. (θηλ.) ΙΑΤΡ. 1. υπερβολική και ταυτόχρονη λήψη πολλών φαρμακευτικών ουσιών, συνήθ. πάνω από τέσσερα φάρμακα σε καθημερινή βάση, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται παρενέργειες που μπορεί να προκαλέσουν ακόμη και θάνατο: Πρέπει να αποφεύγεται η ~. Περιορισμός της ~ας. Βλ. πολυνοσηρότητα, κοκτέιλ. 2. ύπαρξη παρόμοιων φαρμάκων για την αντιμετώπιση της ίδιας ασθένειας. [< γαλλ. polypharmacie, αγγλ. polypharmacy]

πολυνοσηρότητα

πολυνοσηρότηταπο-λυ-νο-ση-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.): παρουσία πολλών χρόνιων παθήσεων, συνήθ. πάνω από τρεις, στον ίδιο οργανισμό: ~ των ηλικιωμένων. Βλ. πολυφαρμακία.