Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • πολύγλωσσος , η, ο πο-λύ-γλωσ-σος επίθ. 1. (για άτομο ή σύνολο ατόμων) που γνωρίζει ή μιλά περισσότερες από δύο γλώσσες: ~ος: ερευνητής. ~η: κοινότητα. ~ο: περιβάλλον (= πολυγλωσσικό)/σχολείο. Πβ. γλωσσομαθής. Βλ. δί-, μονό-, τρί-γλωσσος. 2. (για έντυπο ή ψηφιακό κείμενο) που έχει γραφτεί σε πολλές γλώσσες: ~ος: οδηγός (πόλης). ~η: έκδοση/επιγραφή/ιστοσελίδα. ~α: ενημερωτικά φυλλάδια/λεξικά. [< μτγν. πολύγλωσσος, αγγλ. multilingual, multilinguist, γαλλ. polyglotte, multilingue, 1939, plurilingue, 1956]

δι- & δί- & δισ-

δι- & δί- & δισ-: λεξικό πρόθημα που δηλώνει ότι κάτι διαθέτει δύο στοιχεία, είναι δύο φορές μεγαλύτερο ή διαρκεί δύο φορές περισσότερο από αυτό που εκφράζει το β' συνθ.: δι-κέφαλος/~κοτυλήδονος/~μερής/~μέτωπος/~σημία/~σύλλαβος/~ώροφος. Δί-κλινο/~κροκος/~μορφος/~πατος/~στηλος/~στιχος. Δισ-διάστατος.|| Δι-πλάσιος.|| Δι-ήμερος/δί-μηνος. Πβ. δυ-.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.