Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • πορεύομαι πο-ρεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {πορεύ-τηκε (λογιότ.) -θηκε, -τεί (λογιότ.) -θεί, πορευ-όμενος} 1. (λόγ.) οδοιπορώ: ~τηκαν μέσα στη νύχτα. Βλ. προ~, συμ~. 2. (μτφ.-λόγ.) προχωρώ, κινούμαι προς έναν προορισμό: ~εται προς την καταστροφή. Πβ. κατευθύνομαι, οδεύω. 3. (μτφ.-προφ.) ζω: Πορεύσου όπως θέλεις/νομίζεις. Δεν γίνεται να ~τείς χωρίς φίλους. 4. (μτφ.-προφ.) τα βγάζω πέρα, τα καταφέρνω: Θα ~τούμε με αυτά που έχουμε/με τα λίγα. [< αρχ. πορεύομαι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.