Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • πορεύομαι πο-ρεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {πορεύ-τηκε (λογιότ.) -θηκε, -τεί (λογιότ.) -θεί, πορευ-όμενος} 1. (λόγ.) οδοιπορώ: ~τηκαν μέσα στη νύχτα. Βλ. προ~, συμ~. 2. (μτφ.-λόγ.) προχωρώ, κινούμαι προς έναν προορισμό: ~εται προς την καταστροφή. Πβ. κατευθύνομαι, οδεύω. 3. (μτφ.-προφ.) ζω: Πορεύσου όπως θέλεις/νομίζεις. Δεν γίνεται να ~τείς χωρίς φίλους. 4. (μτφ.-προφ.) τα βγάζω πέρα, τα καταφέρνω: Θα ~τούμε με αυτά που έχουμε/με τα λίγα. [< αρχ. πορεύομαι]